Άταμαν, ο λογαριασμός

Τι ήταν λοιπόν ο Έργκιν Άταμαν; Τρία χρόνια τον είχαμε στα μέρη μας, μπορούμε να πούμε δυο πράγματα.

Ήταν ειλικρινής. Για την ακρίβεια, ήταν διάφανος, δεν είχε και ούτε ενδιαφερόταν να αποκτήσει δεύτερα και τρίτα επίπεδα. Αυτό που έβλεπες, αυτό που άκουγες, αυτό ήταν. Η άμεση προσέγγιση του στα πράγματα ξένιζε περισσότερες φορές από ότι άρεσε, ήταν όμως σταθερή επί μια τριετία. Ξεκίνησαν φέτος τα πλέι-οφ με τη Βαλένθια, κάθε γνωστός και άγνωστος αναλυτής ξημεροβραδιαζόταν να αναλύει με ποια τακτική θα

επιβραδύνει ο Παναθηναϊκός τους πορτοκαλί και ο Άταμαν βγήκε φόρα παρτίδα στο αεροδρόμιο και ανακοίνωσε πως «δεν πιστεύω πως η τακτική θα κρίνει τη σειρά». Και δεν το έκανε για να προκαλέσει, αυτό πίστευε γιατί αυτή είναι η οπτική του στο παιχνίδι.

Ήταν σχεδόν αδύνατον να κάνει φίλους στα media, σε ένα περιβάλλον βαθιά επηρεασμένο από τον σέρβικο τρόπο προπονητικής, θέασης και αντίληψης του παιχνιδιού. Διαχείριση μέσα στην εβδομάδα, κοουτσάρισμα ενστίκτου εν ώρα αγώνα, σκέψη συχνά έξω από τα τετριμμένα. Διατεθειμένος να δοκιμάσει σχεδόν οτιδήποτε, ειδικά φέτος εκνευριστικά τυχαίος στις επιλογές του. Από την άλλη ήταν το ξίφος που απλοποίησε τον γόρδιο δεσμό με τον οποίο μοιάζει συχνά το παιχνίδι, βγάζοντας το από τις περίπλοκες τακτικές και τα συστήματα. Γενικές αρχές, απόφαση στους παίκτες, πάμε.

Ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να σηκώσει τον Παναθηναϊκό από την κινούμενη άμμο. Δεν υπήρχε κανείς άλλος προπονητής στην Ευρώπη που θα ρίσκαρε να πει πριν τα Χριστούγεννα πως η ομάδα του θα πήγαινε στο φάιναλ φορ, μια αισιοδοξία που συνόρευε με την φαντασιοπληξία. Το έκανε πολλές φορές εκείνη τη χρονιά, λέγε λέγε, στο τέλος άρχισαν όλοι να το πιστεύουν, σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Ο Σλούκας έπαιξε ως ο MVP, o Ναν διέλυσε τα πάντα από την πρώτη του σεζόν, όλοι αγόρασαν όσα πουλούσε.

Ο τραυματισμός του Λεσόρ ήταν το ντόμινο από το οποίο ο Παναθηναϊκός του Άταμαν δεν συνήλθε πρακτικά ποτέ. Όχι πως την δεύτερη σεζόν οι πράσινοι έβγαζαν μάτια πριν χτυπήσει σοβαρά ο Γάλλος, αλλά κατόπιν το γκρουπ έχασε το πιο ισχυρό στυλοβάτη του, αυτόν στον οποίο στηρίζονταν τόσα πολλά σε άμυνα και επίθεση. Προφανώς ο Τούρκος έχει τις λιγότερες ευθύνες για τον τρόπο που ο σύλλογος χειρίστηκε την αποκατάσταση του αναντικατάστατου σέντερ του, έχει όμως πάρα πολλές στο πως απέτυχε να δημιουργήσει κάποια συμπαγή έστω αναχώματα μέχρι αυτός να επιστρέψει. Ο Παναθηναϊκός πέρασε τόσο καιρό μπάζοντας νερά και εν τέλει βυθίστηκε και στις δύο επόμενες σεζόν.

Οι ομάδες του είχαν το πολύ σπάνιο χαρακτηριστικό να φθίνουν σε ομοιογένεια στην πάροδο του χρόνου, ενώ στη θεωρία θα έπρεπε να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Παναθηναϊκός του Βερολίνου ταλαιπωρήθηκε (και λογικά) ως τον Φλεβάρη, όμως στη συνέχεια ήταν πολεμική μηχανή, ένα συμπαγές γκρουπ που διέλυσε τον ανταγωνισμό και έπαιξε στο ταβάνι του. Αυτός της περσινής σεζόν παρέπεμπε συχνά σε συνονθύλευμα, σε μια ομάδα χωρίς ταυτότητα, ξεκάθαρες σκέψεις για το πώς θα παίξει, θα κυριαρχήσει, θα κερδίσει, ποια πράγματα θα ρισκάρει κα πότε, ποια είναι τα αδιαπραγμάτευτά της.

Η τεράστια Ευρωλίγκα των 36 και αργότερα των 38 αγώνων γύρισε μπούμερανγκ στον Άταμαν, που δεν είχε πια την ευχέρεια να βασίζεται σε ένα κορμό οκτώ παικτών για να κάνει τη δουλειά του. Ξαφνικά χρειαζόταν και τους εννέα ως δεκατέσσερα, όμως δεν είχε τον τρόπο να τους ενσωματώσει, παρά μόνο να τους χρησιμοποιεί στη χάση και στη φέξη, σαν τουφεκιά στα τυφλά με φυσίγγι διασποράς. Επιπλέον ο δογματισμός σε ένα τρόπο παιχνιδιού (και ειδικά άμυνας) που πλέον δεν λειτουργούσε βάσει των χαρακτηριστικών των παικτών πήρε κωμικοτραγικές διαστάσεις και έγινε λόγος σταθερής γκρίνιας, ως και απαξίωσης παικτών όπως ο Γιούρτσεβεν. Συνολικά ο Παναθηναϊκός έδειχνε όλο και περισσότερο να είναι μια ομάδα που δεν δούλευε αρκετά για αυτό το επίπεδο ανταγωνισμού, βασιζόταν ανισόρροπα πολύ στην καλή κατάσταση των βασικών παικτών της και για αυτό αποδείχτηκε μπόσικη για πολλές ομάδες που τελικά τερμάτισαν στην δεύτερη δεκάδα της Ευρωλίγκας.

Δεν είχε σχεδόν το παραμικρό class όταν ξεκινούσαν τα πλέι-οφ. Μανούρες για σιωνισμούς με τη Μακάμπι, ο χαμός γιατί η Έφες πήγε να προπονηθεί αλλού την επόμενη χρονιά, σόου και αποβολή παρέα με τον Μαρτίνεθ φέτος, σωρεία δηλώσεων, ένα θερμόμετρο συνεχώς στο κόκκινο, έτοιμο να σπάσει.

Φεύγει ασυζητητί επιτυχημένος, όπως θα ήταν οποιοσδήποτε είχε κατακτήσει την Ευρωλίγκα σε τρία χρόνια παρουσίας σε μια ομάδα. Προφανώς πιστώνεται το reverse sweep που οδήγησε στο τρομερό νταμπλ του ’24, προφανώς και το φετινό κάζο μετά την περσινή ήπια αποτυχία του Άμπου Ντάμπι.

Ταίριαξε με το DNA του συλλόγου; Όχι, αν και αγαπήθηκε όπως όλοι οι τύποι που όταν τους κοιτάς από την κερκίδα σκέφτεσαι ότι θα μπορούσαν να είναι στη θέση σου και εσύ στη δική του, απλώς γιατί κάνουν τα πράγματα να φαίνονται αφύσικα απλά. Η κουλτούρα του Παναθηναϊκού εμπεριέχει περισσότερη φινέτσα, ανωτερότητα, μπασκετοσύνη, όλα τα κληροδοτήματα του Παύλου, του Θανάση, του Ζοτς. Ο Άταμαν ήταν για τον Παναθηναϊκό ότι και ο Μουρίνιο όταν τον πρωτοπροσέλαβαν στη Ρεάλ, ο αναγκαίος κακός για να σταματηθεί η Μπάρσα του Πεπ Γκουαρδίολα. Όπως και ο Πορτογάλος, ο Τούρκος έκανε τη δουλειά, πήρε πρώτος Ευρωλίγκα σε σχέση με τον Μπαρτζώκα, αλλά δεν άντεξε περισσότερο από την κρίσιμη τρίτη χρονιά, αυτή που συνήθως είναι η μοιραία για τους προπονητές.

Αλλά φέτος ο Μουρίνιο επέστρεψε στη Ρεάλ, γιατί η ζωή κάνει κύκλους και αυτοί που έχουν τον τρόπο τους να νικούν σπάνια μένουν χωρίς κλήσεις στο κινητό τους. Ο Άταμαν αποχώρησε, αλλά όπως είπε και ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται στο μέλλον…

Keywords
Τυχαία Θέματα