Γ. Χαντζηνικολάου: Στα 15 με 18 δισ. ευρώ η συνολική χρηματοδότηση επιχειρήσεων από το τραπεζικό σύστημα για το 2020

Η άμεση, πλήρης και αποτελεσματική στήριξη και χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί την ύψιστη προτεραιότητα για τις ελληνικές τράπεζες, ανέφερε από τη Βουλή ο Πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς και της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Γιώργος Χαντζηνικολάου, κατά την διάρκεια ενημέρωσης

των Επιτροπών Οικονομικών, Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής.

Όπως ανέφερε ο κ. Χαντζηνικολάου, το Τραπεζικό σύστημα είναι έτοιμο να στηρίξει και να διαφυλάξει την ελληνική οικονομία, ιδίως κάτω από τις τόσο  πρωτόγνωρες και απρόβλεπτες συνθήκες, που δημιούργησε ο COVID 19.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης των ελληνικών τραπεζών,  υπάρχουν δύο ομάδες επιχειρήσεων και ιδιωτών, που χρειάζονται την στήριξη του Τραπεζικού συστήματος, αυτοί που είχαν ήδη δανειστεί πριν την κρίση του κορονοϊού και όσοι θα χρειαστούν να δανειστούν μετά από αυτό.

Αναφορικά με την πρώτη ομάδα, ανέφερε πως «για τους 3 πρώτους μήνες του 2020, έκαναν αίτηση αναστολής καταβολής  κεφαλαιακών δόσεων, συνολικά 239.098 επιχειρήσεις και νοικοκυριά.  Από αυτές  έγιναν δεκτές οι 179.621, δηλαδή κάτι περισσότερο από 75%.Επίσης, οι Τράπεζες και πριν την πρόσφατη κρίση, στήριξαν σημαντικό αριθμό βιώσιμων επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Από το 2ο εξάμηνο του 2019 μέχρι σήμερα έχουν ρυθμίσει τις οφειλές 80.000 δανειοληπτών, που αντιπροσωπεύουν δάνεια 10 δισ. Οι ρυθμίσεις αυτές είναι σωρευτικές με τις αναστολές που αποφασίστηκαν πρόσφατα και ήδη υλοποιούνται.Το τραπεζικό σύστημα, που είναι στην πραγματικότητα οι 4 μεγάλες συστημικές τράπεζες, σε 3 μήνες ανακούφισε πάνω από 260.000 νοικοκυριά και επιχειρήσεις, και έδειξε έμπρακτα ότι αφουγκράζεται τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας, και ανταποκρίνεται. Ο συνδυασμός των ανωτέρω οδήγησε σε άμεση και έμμεση χορήγηση ρευστότητάς προς την οικονομία της τάξεως των 5 δισ.ευρώ».

Αναφορικά με τα νέα δάνεια ανέφερε πως «χάρη στις ταχύτατες κινήσεις της κυβέρνησης, σε συνδυασμό με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, οι τράπεζες είναι στο στάδιο εκταμίευσης σημαντικών προγραμμάτων, όπως το πρόγραμμα επιδότησης τόκων (0,75 δισ.ευρώ), το ΤΕΠΙΧ II (2 δισ.ευρώ), και το πρόγραμμα εγγυημένων δανείων (7 δισ.ευρώ)».

«Ήδη, με το πρόγραμμα επιδότησης τόκων, έχουν επιδοτηθεί  750 εκ. τόκοι επιχειρήσεων για υφιστάμενα δάνεια. Οι τόκοι αυτοί κάλυψαν ένα 1ο τρίμηνο του 2020 και έδωσαν ανακούφιση σε αυτές τις επιχειρήσεις. Διευκρινίζω ότι το πρόγραμμα αυτό είναι πρόγραμμα επιδότησης και όχι δανεισμού.Επίσης, έκλεισε και το πρόγραμμα ΤΕΠΙΧ II, που εξασφάλισε ρευστότητα 2 δισ.ευρώ.  Γι’ αυτό το πρόγραμμα, δεχθήκαμε 98.622 αιτήσεις, κυρίως από μικρομεσαίες επιχειρήσεις», ανέφερε προσθέτοντας ότι «δόθηκε ήδη έγκριση για 10.150 επιχειρήσεις.  Σημειωτέον, ότι το πρόγραμμα αυτό δεν χρησιμοποιεί δημόσιους πόρους. Τα χρήματα θα δοθούν από τις Τράπεζες αλλά το πρόγραμμα καλύπτει τους τόκους δύο ετών. Και αυτή είναι η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ), με την οποία έχουμε μια ιδιαίτερα γόνιμη συνεργασία».

Όπως ωστόσο παρατήρησε για το  ΤΕΠΕΙΧ II, «δεχθήκαμε 98.622 αιτήσεις και υπήρξαν 10.150 εγκρίσεις. Τα απολογιστικά στοιχεία του ΤΕΠΙΧ ΙΙ έδειξαν ότι έγινε δεκτή μία στις 9 περίπου αιτήσεις, με κριτήρια κοινά για όλους.  Ήταν αναπόφευκτα, λοιπόν, να υπάρχουν σχεδόν 9 δυσαρεστημένοι για κάθε έναν ευχαριστημένο. Δυστυχώς, αυτό ήταν το διαθέσιμο ποσό του προγράμματος».

«Αντιλαμβάνομαι ότι στην κοινή προσπάθεια όλων μας να στηρίξουμε την οικονομία μας, δημιουργήθηκαν προσδοκίες. Δυστυχώς η ικανοποίηση όλων των αιτημάτων δεν είναι εφικτή, είτε γιατί το διαθέσιμο ποσό, δεν έφθανε για όλες τις αιτήσεις, ή γιατί απλά  δεν είναι δυνατόν να δανειοδοτηθούν όλες οι επιχειρήσεις. Μπορούν να πάρουν επιχορηγήσεις, ή επιδοτήσεις, χωρίς κριτήρια, αλλά όχι δανεισμό.  Και σίγουρα όχι επιχειρήσεις με αναξιόπιστη πιστοληπτική ικανότητα. Αυτό με φέρνει στο 2ο σημείο που θέλω να τονίσω.  Εκφράζουν δυσαρέσκεια οι επιχειρήσεις που αποκλείονται, ότι δεν είναι επιλέξιμες, είτε γιατί έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είτε γιατί έχουν αρρύθμιστες φορολογικές, ή ασφαλιστικές εισφορές, είτε γιατί έχουν ξεπεράσει το πλαφόν των κρατικών επιχορηγήσεων. Με άλλα λόγια, γιατί ανήκουν σε μία κατηγορία, που με δανειοδοτικούς κανόνες, είναι προβληματικές.Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι κανόνες και οι συνθήκες χορήγησης αυτών των δανείων δεν έχουν καθορισθεί από τις τράπεζες, ή από την Κυβέρνηση. Επειδή η προέλευση των ενισχύσεων είναι ευρωπαϊκή, οι κανόνες και οι συνθήκες των δανείων έχουν τεθεί σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και είναι οι ίδιοι και για την Ελλάδα, όπως και για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Και προϋπόθεση για όλα αυτά τα προγράμματα είναι οι επιχειρήσεις να ήταν ενήμερες και βιώσιμες στο τέλος του 2019.  Αυτό αποκλείει αυτόματα τις επιχειρήσεις που δεν πληρούν αυτά τα κριτήρια».

Αναφορικά με το Ταμείο Εγγυοδοσίας, ανέφερε πως και εδώ οι προσδοκίες είναι μεγάλες. «Και πάλι εδώ ο δανεισμός θα προέλθει από τις Τράπεζες αλλά ένα μέρος του πιστωτικού κινδύνου των δανείων θα καλύπτεται από κρατικές εγγυήσεις.  Υπολογίζουμε ότι το πρόγραμμα αυτό θα προσφέρει ρευστότητα στην οικονομία της τάξεως των 7 δισ. ευρώ», εξήγησε.

«Επιπλέον στα ανωτέρω προγράμματα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τη ρευστότητα που έχουν δώσει ήδη οι Τράπεζες σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, μέσα στο 2020. Από την αρχή του έτους μέχρι τέλος Μαρτίου, το τραπεζικό σύστημα δημιούργησε καθαρή πιστωτική επέκταση (δηλαδή, μετά από τις αποπληρωμές) προς την οικονομία  κατά 3 δισ.ευρώ.  Και η προσδοκία είναι ότι θα δημιουργήσει τουλάχιστον 3 – 5 επιπλέον δισ.ευρώ μέσα στο 2020, βάσει των προγραμματισμένων δανειοδοτήσεων των τράπεζων», ανέφερε ο κ. Χαντζηνικολάου και πρόσθεσε:

«Αν προστεθούν όλα τα παραπάνω, καταλήγουμε σε μια συνολική χρηματοδότηση από το Τραπεζικό σύστημα για το 2020, της τάξεως των 15 – 18 δισ.ευρώ.  Ένα ποσό πολύ αξιοπρεπές και ανάλογο των περιστάσεων.  Με λίγα λόγια, το τραπεζικό σύστημα όχι μόνο στέκεται στα πόδια του, αλλά ανταποκρίνεται επιτυχώς στις περιστάσεις, και συμβάλλει έμπρακτα στην σταθεροποίηση της οικονομίας!  Είναι μέρος της λύσεως και όχι του προβλήματος!»

Αναλυτική η ομιλία του κ. Χαντζηνικολάου:

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε, Αξιότιμοι Κύριοι Υπουργοί, Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές.

Καταρχάς σας ευχαριστώ για τη σημερινή πρόσκληση, που μας δίνει τη δυνατότητα να ανταλλάξουμε κρίσιμες απόψεις. Θα ήθελα να ξεκινήσω με μία δήλωση.

Ο στόχος μας είναι κοινός.

Το Τραπεζικό σύστημα είναι έτοιμο να στηρίξει και να διαφυλάξει την ελληνική οικονομία, ιδίως κάτω από τις τόσο  πρωτόγνωρες και απρόβλεπτες συνθήκες, που δημιούργησε ο COVID 19.

Εκτιμώ ότι, αν και είναι ακόμη πολύ νωρίς για να αποτιμήσει κανείς τις συνέπειες, τα γρήγορα αντανακλαστικά της πολιτείας, η μεγάλη ετοιμότητα και πειθαρχία που έδειξε σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, δημιουργεί τις προϋποθέσεις να τα καταφέρουμε.

Η ελληνική οικονομία και το τραπεζικό σύστημα εισήλθαν σε αυτή την κρίση αρκετά έτοιμοι. Ειδικά για το Τραπεζικό σύστημα το 2019 ήταν έτος σταθεροποίησης σε σχέση με όλα τα κρίσιμα μεγέθη του, δηλ., ρευστότητα, καταθέσεις, ίδια κεφάλαια, κερδοφορία, και μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ως εκ τούτου η παρούσα κρίση βρίσκει το τραπεζικό σύστημα ικανό να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις.

Επιπλέον, οι πρωτοβουλίες των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών και της ΕΚΤ, έχουν οδηγήσει σε περαιτέρω χαλάρωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των λογιστικών κανόνων, και έχουν δώσει πρόσβαση σε επιπλέον ρευστότητα με πολύ ελκυστικό κόστος, αυξάνοντας έτσι την δυνατότητα των τραπεζών να διοχετεύσουν ρευστότητα στην οικονομία.

Για τις Τράπεζες, η άμεση, πλήρης και αποτελεσματική στήριξη και χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί την ύψιστη προτεραιότητα. Πρόκειται για  μια σαφή δέσμευσή μας, η οποία ήδη γίνεται πράξη.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, θα ήθελα να δούμε τι ακριβώς έχουν κάνει, και κάνουν οι τράπεζες σε αυτό το μέτωπο.

Υπάρχουν δύο ομάδες επιχειρήσεων και ιδιωτών, που χρειάζονται την στήριξη του Τραπεζικού συστήματος.

Η πρώτη ομάδα είναι όσοι έχουν ήδη δανειστεί.

Εδώ θεωρώ ότι ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει τα άμεσα αντανακλαστικά του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, που λίγο πριν το lockdown, οικειοθελώς ανέστειλε τις αποπληρωμές κεφαλαίου των επιχειρηματικών δανείων για 6 τουλάχιστον μήνες, δηλαδή μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 2020. Και το ίδιο δήλωσε ότι θα κάνει και για τα δάνεια ιδιωτών.

Με τον τρόπο αυτό (δηλαδή αναστέλλοντας την αποπληρωμή κεφαλαιακών δόσεων) διαφυλάξαμε την ρευστότητα των επιχειρήσεων και των ιδιωτών, παρέχοντας τους έμμεση ρευστότητα.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί και μιλούν μόνοι τους.  Για τους 3 πρώτους μήνες του 2020, έκαναν αίτηση αναστολής καταβολής  κεφαλαιακών δόσεων, συνολικά 239.098 επιχειρήσεις και νοικοκυριά.  Από αυτές  έγιναν δεκτές οι 179.621, δηλαδή κάτι περισσότερο από 75%.

Επίσης, οι Τράπεζες και πριν την πρόσφατη κρίση, στήριξαν σημαντικό αριθμό βιώσιμων επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Από το 2ο εξάμηνο του 2019 μέχρι σήμερα έχουν ρυθμίσει τις οφειλές 80.000 δανειοληπτών, που αντιπροσωπεύουν δάνεια 10 δισ. Οι ρυθμίσεις αυτές είναι σωρευτικές με τις αναστολές που αποφασίστηκαν πρόσφατα και ήδη υλοποιούνται.

Το τραπεζικό σύστημα, που είναι στην πραγματικότητα οι 4 μεγάλες συστημικές τράπεζες, σε 3 μήνες ανακούφισε πάνω από 260.000 νοικοκυριά και επιχειρήσεις, και έδειξε έμπρακτα ότι αφουγκράζεται τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας, και ανταποκρίνεται. Ο συνδυασμός των ανωτέρω οδήγησε σε άμεση και έμμεση χορήγηση ρευστότητάς προς την οικονομία της τάξεως των 5 δισ.ευρώ.

Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι ανεξάρτητα από τη νομοθεσία που θέτει η πολιτεία για την προστασία ευπαθών ομάδων, το τραπεζικό σύστημα δείχνει στη πράξη την ικανότητα αλλά και την επιθυμία του να προσφέρει ρεαλιστικές λύσεις, όπου είναι εφικτό και όταν υπάρχει η κατάλληλη ανταπόκριση από τους δανειολήπτες, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πλαίσιο προστασίας.

Και φθάνουμε τώρα στη δεύτερη κατηγορία. Των νέων χρηματοδοτήσεων.

Η καρδιά του ελληνικού επιχειρείν είναι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Αυτές οι επιχειρήσεις είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και της Πολιτείας και των Τραπεζών. Κατ’ επανάληψη έχουμε επικροτήσει τις άμεσες ενέργειες της Κυβέρνησης  για την στήριξη αυτών των επιχειρήσεων, ιδίως το τρίμηνο που μας πέρασε.

Χάρη στις ταχύτατες κινήσεις της κυβέρνησης, σε συνδυασμό με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, οι τράπεζες είναι στο στάδιο εκταμίευσης σημαντικών προγραμμάτων, όπως το πρόγραμμα επιδότησης τόκων (0,75 δισ.ευρώ), το ΤΕΠΙΧ II (2 δισ.ευρώ), και το πρόγραμμα εγγυημένων δανείων (7 δισ.ευρώ).

Ήδη, με το πρόγραμμα επιδότησης τόκων, έχουν επιδοτηθεί  750 εκ. τόκοι επιχειρήσεων για υφιστάμενα δάνεια. Οι τόκοι αυτοί κάλυψαν ένα 1ο τρίμηνο του 2020 και έδωσαν ανακούφιση σε αυτές τις επιχειρήσεις. Διευκρινίζω ότι το πρόγραμμα αυτό είναι πρόγραμμα επιδότησης και όχι δανεισμού.

Επίσης, έκλεισε και το πρόγραμμα ΤΕΠΙΧ II, που εξασφάλισε ρευστότητα 2 δισ.ευρώ.  Γι’ αυτό το πρόγραμμα, δεχθήκαμε 98.622 αιτήσεις, κυρίως από μικρομεσαίες επιχειρήσεις. ΄Έγκριση δόθηκε ήδη για 10.150 επιχειρήσεις.  Σημειωτέον, ότι το πρόγραμμα αυτό δεν χρησιμοποιεί δημόσιους πόρους. Τα χρήματα θα δοθούν από τις Τράπεζες αλλά το πρόγραμμα καλύπτει τους τόκους δύο ετών. Και αυτή είναι η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ), με την οποία έχουμε μια ιδιαίτερα γόνιμη συνεργασία.

Μεγάλες είναι και προσδοκίες όσον αφορά το εγγυοδοτικό πρόγραμμα της ΕΑΤ που είναι εν εξελίξει. Και πάλι εδώ ο δανεισμός θα προέλθει από τις Τράπεζες αλλά ένα μέρος του πιστωτικού κινδύνου των δανείων θα καλύπτεται από κρατικές εγγυήσεις.  Υπολογίζουμε ότι το πρόγραμμα αυτό θα προσφέρει ρευστότητα στην οικονομία της τάξεως των 7 δισ. ευρώ.

Και βέβαια, επιπλέον στα ανωτέρω προγράμματα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τη ρευστότητα που έχουν δώσει ήδη οι Τράπεζες σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, μέσα στο 2020. Από την αρχή του έτους μέχρι τέλος Μαρτίου, το τραπεζικό σύστημα δημιούργησε καθαρή πιστωτική επέκταση (δηλαδή, μετά από τις αποπληρωμές) προς την οικονομία  κατά 3 δισ.ευρώ.  Και η προσδοκία είναι ότι θα δημιουργήσει τουλάχιστον 3 – 5 επιπλέον δισ.ευρώ μέσα στο 2020, βάσει των προγραμματισμένων δανειοδοτήσεων των τράπεζων.

Αν προστεθούν όλα τα παραπάνω, καταλήγουμε σε μια συνολική χρηματοδότηση από το Τραπεζικό σύστημα για το 2020, της τάξεως των 15 – 18 δισ.ευρώ.  Ένα ποσό πολύ αξιοπρεπές και ανάλογο των περιστάσεων.  Με λίγα λόγια, το τραπεζικό σύστημα όχι μόνο στέκεται στα πόδια του, αλλά ανταποκρίνεται επιτυχώς στις περιστάσεις, και συμβάλλει έμπρακτα στην σταθεροποίηση της οικονομίας!  Είναι μέρος της λύσεως και όχι του προβλήματος!

Παρόλα αυτά, δεχόμαστε συνεχώς επικρίσεις ότι δεν παρέχουμε ρευστότητα στην οικονομία.  Ας δούμε όμως καθεμία περίπτωση χωριστά.

Πρώτον, ας αρχίσουμε με το ΤΕΠΕΙΧ II όπου δεχθήκαμε 98.622 αιτήσεις και υπήρξαν 10.150 εγκρίσεις. Τα απολογιστικά στοιχεία του ΤΕΠΙΧ ΙΙ έδειξαν ότι έγινε δεκτή μία στις 9 περίπου αιτήσεις, με κριτήρια κοινά για όλους.  Ήταν αναπόφευκτα, λοιπόν, να υπάρχουν σχεδόν 9 δυσαρεστημένοι για κάθε έναν ευχαριστημένο. Δυστυχώς, αυτό ήταν το διαθέσιμο ποσό του προγράμματος.

Αντιλαμβάνομαι ότι στην κοινή προσπάθεια όλων μας να στηρίξουμε την οικονομία μας, δημιουργήθηκαν προσδοκίες. Δυστυχώς η ικανοποίηση όλων των αιτημάτων δεν είναι εφικτή, είτε γιατί το διαθέσιμο ποσό, δεν έφθανε για όλες τις αιτήσεις, η γιατί απλά  δεν είναι δυνατόν να δανειοδοτηθούν όλες οι επιχειρήσεις.  Μπορούν να πάρουν επιχορηγήσεις, ή επιδοτήσεις, χωρίς κριτήρια, αλλά όχι δανεισμό.  Και σίγουρα όχι επιχειρήσεις με αναξιόπιστη πιστοληπτική ικανότητα.

Αυτό με φέρνει στο 2ο σημείο που θέλω να τονίσω.  Εκφράζουν δυσαρέσκεια οι επιχειρήσεις που αποκλείονται, ότι δεν είναι επιλέξιμες, είτε γιατί έχουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είτε γιατί έχουν αρρύθμιστες φορολογικές, ή ασφαλιστικές εισφορές, είτε γιατί έχουν ξεπεράσει το πλαφόν των κρατικών επιχορηγήσεων. Με άλλα λόγια, γιατί ανήκουν σε μία κατηγορία, που με δανειοδοτικούς κανόνες, είναι προβληματικές.

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι κανόνες και οι συνθήκες χορήγησης αυτών των δανείων δεν έχουν καθορισθεί από τις τράπεζες, ή από την Κυβέρνηση. Επειδή η προέλευση των ενισχύσεων είναι ευρωπαϊκή, οι κανόνες και οι συνθήκες των δανείων έχουν τεθεί σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και είναι οι ίδιοι και για την Ελλάδα, όπως και για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Και προϋπόθεση για όλα αυτά τα προγράμματα είναι οι επιχειρήσεις να ήταν ενήμερες και βιώσιμες στο τέλος του 2019.  Αυτό αποκλείει αυτόματα τις επιχειρήσεις που δεν πληρούν αυτά τα κριτήρια.

Θεωρώ ότι σωστά τα προγράμματα αυτά είναι σχεδιασμένα για τις ενήμερες και βιώσιμες επιχειρήσεις.

Καταρχήν είναι εξαιρετικά σημαντικό να περιοριστεί η δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.  Ήδη η χώρα μας έχει τα υψηλότερα ποσοστά κόκκινων δανείων στην Ευρώπη. Πρέπει να κάνουμε, και κάνουμε κάθε προσπάθεια να τα μειώσουμε, όχι να τα αυξήσουμε.  Εξίσου σημαντικό, είναι να δοθεί και το σωστό μήνυμα και κίνητρο ότι οι τράπεζες και το κράτος στηρίζουν την υγιή επιχειρηματικότητα και ανταμείβουν τους αξιόπιστους δανειζόμενους.  Και οι υγιείς επιχειρήσεις είναι αυτές που δημιουργούν απασχόληση και αξία για την οικονομία.

Επιπλέον, καλώς η κακώς, μία επιχείρηση με αρνητική οικονομική εικόνα δεν μπορεί να έχει πρόσβαση, κατά κανόνα τουλάχιστον, ούτε σε απλό τραπεζικό δανεισμό. Παρουσία και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν μπορώ παρά να τονίσω ότι εποπτικά δεν μας επιτρέπεται να δανείζουμε προβληματικές επιχειρήσεις.

Αντιλαμβάνομαι ότι, αν και τα ποσά ρευστότητας που διοχετεύονται στην οικονομία είναι μεγάλα,  οι παραπάνω περιορισμοί συνεπάγονται ότι η χρηματοδότηση και ο τραπεζικός δανεισμός, δεν θα φθάσει στα πιστοληπτικά ασθενέστερα στρώματα της οικονομίας.  Το τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν την πρόκληση.

Εάν κάνει κάτι διαφορετικό, θα έχει αρνηθεί το ρόλο του και θα ακυρώσει τους κανόνες που το διέπουν.  Η προστασία των καταθετών και ο υπεύθυνος δανεισμός πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά της τραπεζικής δραστηριότητας. Το τραπεζικό σύστημα, δανείζει τις καταθέσεις που δέχεται.  Εάν τις τοποθετήσει σε επισφαλή δάνεια, δεν θα μπορέσει να επιστρέψει τα χρήματα στους καταθέτες.

Γι’ αυτό οι τράπεζες εποπτεύονται, ως προς τον πιστωτικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν, μεταξύ άλλων.  Με απλά λόγια, και να θέλαμε, οι εποπτικοί κανόνες,  δεν μας το επιτρέπουν.

Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα υπάρχει στις οικονομικά ασθενέστερες μονάδες με περιορισμένη πιστοληπτική ικανότητα. Καλό θα ήταν να δοθούν κρατικές εγγυήσεις σε αυτές τις μονάδες (επιχειρήσεις και καταναλωτές), όπως έχει γίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.  Αντιλαμβανόμαστε όμως τους δημοσιονομικούς περιορισμούς της χώρας μας.

Γι’ αυτό και  την περασμένη εβδομάδα ψηφίστηκε στη Βουλή το Νομοσχέδιο για τη χρηματοδότηση με μικρά ποσά επιχειρήσεων, που δεν έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό. Πρόκειται για μια σωστή κίνηση. Γιατί πρέπει να υπάρχουν άλλοι μηχανισμοί, εκτός του τραπεζικού συστήματος για να παρέχουν ρευστότητα σε αυτό τον τομέα.  Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, όμως, με το μεγαλύτερο ποσοστιαία απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ευρώπη,  δεν έχει όσο και να το θέλει αυτή την επιλογή.

Ένα άλλο ακόμη παράπονο που συχνά ακούμε αφορά τον όγκο των δικαιολογητικών. Η Κυβέρνηση έχει κάνει πολλά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή.  Στο ΤΕΠΙΧ ΙΙ πολλά δικαιολογητικά, που με πρωτοβουλία της Ένωσης καταργήθηκαν.

Εκτιμώ ότι όσο βαδίζουμε προς την ψηφιακή εποχή, τόσο η ανάκτηση ιδίως οικονομικών στοιχείων θα πρέπει να αυτοματοποιηθεί ώστε να περιορίζεται ο όγκος των απαιτούμενων δικαιολογητικών. Η δέσμευσή μας να ανταποκριθούμε με fast track διαδικασίες είναι δεδομένη. Το αποδείξαμε ήδη με τις πολλές ρυθμίσεις, τις δεκάδες χιλιάδες αναστολές δόσεων και την εντυπωσιακή σε χρόνο διαχείριση αιτήσεων για νέες χρηματοδοτήσεις.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές

Τα παραπάνω μου δίνουν και λόγο να ατενίζω το μέλλον με αισιοδοξία.  Μια αισιοδοξία που στηρίζεται στην σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στην ικανότητα του να χρηματοδοτήσει την ελληνική οικονομία σε αυτή την δύσκολη συγκυρία, αλλά και να απορροφήσει τυχόν αρνητικές εξελίξεις στη δημιουργία νέων και μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Αυτή η αισιοδοξία ενισχύεται με τις προοπτικές από το νέο πρόγραμμα Next Generation EU, συνολικού ύψους 750 δισ. ευρώ που βρίσκεται στο τραπέζι των συζητήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν εγκριθεί το πρόγραμμα αυτό, η Ελλάδα θα επωφεληθεί με κεφάλαια της τάξης των 32 δισ. ευρώ. Κομβικό ρόλο στην απορρόφηση και την στοχευμένη αναπτυξιακή αξιοποίηση των πόρων αυτών θα παίξουν οι τράπεζες, οι οποίες μπορούν παράλληλα να κινητοποιήσουν ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και να ενισχύσουν την αναγκαία αναθέρμανση της επενδυτικής δραστηριότητας μετά από περίπου μια δεκαετία από-επένδυσης.

Πιστεύω λοιπόν ακράδαντα ότι από την πλευρά του το τραπεζικό σύστημα στη φάση αυτή δεν είναι μέρος του προβλήματος αλλά μηχανισμός για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Σας διαβεβαιώνουμε ότι μέσα στο πλαίσιο των παραπάνω προγραμμάτων, όλες οι τράπεζες θα κινηθούν όσο πιο γρήγορα μπορούν για να φτάσει η ρευστότητα στην οικονομία.

Είμαι στη διάθεσή σας να απαντήσω σε τυχόν ερωτήματά σας, ευχαριστώντας σας για λογαριασμό του ΔΣ της Ένωσης για το σημερινό βήμα που μου δώσατε.

Keywords
Τυχαία Θέματα