Ζήτω ο πλούτος

09:26 21/6/2026 - Πηγή: efsyn

Ιστορικά η Αριστερά, η Σοσιαλδημοκρατία και όλες οι προοδευτικές δυνάμεις έχουν ως κεντρική αξία την ισότητα, η οποία στην οικονομία εκφράζεται με την αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου. Παραδοσιακό εργαλείο για την αναδιανομή αυτή υπήρξε το κράτος σε τρεις, κυρίως, κατευθύνσεις: Δημόσιο ως εργοδότης, αναδιανεμητική φορολογία και ισχυρό κοινωνικό κράτος για τη διασφάλιση δημόσιων αγαθών: Υγεία, Παιδεία, Κοινωνική Ασφάλιση.

Από αυτήν την οπτική, η αριστερή πολιτική ήταν πάντα κριτική, έως εχθρική σε κάποιες εκδοχές

της, απέναντι στην αγορά.

Οι κατευθύνσεις αυτές χαρακτήρισαν τη μεταπολεμική Ευρώπη, με τον έλεγχο του κράτους να αποτελεί το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα, καθώς εκεί ήταν το βασικό εργαλείο άσκησης οικονομικής πολιτικής. Η ρύθμιση της οικονομίας βασιζόταν κυρίως στον έλεγχο της ζήτησης κεϊνσιανού τύπου, με τις αμοιβές να καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τον δημόσιο τομέα, όπως και οι επενδύσεις.

Η προηγούμενη μεγάλη ενεργειακή κρίση, της δεκαετίας του 1970, οδήγησε σε στασιμοπληθωρισμό, με αύξηση των τιμών (ακρίβεια) και ύφεση στην οικονομία (ανεργία). Το οικονομικό σοκ οδήγησε σε αλλαγή πολιτικών, με ανάδυση του λεγόμενου νεοφιλελευθερισμού (κατ’ άλλους νεοσυντηρητισμού) των Θάτσερ και Ρίγκαν, ο οποίος συμβάδισε με την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου και την παγκοσμιοποίηση. Ταυτόχρονα, η οικονομική προτεραιότητα μεταφέρθηκε από τη ζήτηση και τις αμοιβές στην προσφορά αγαθών και υπηρεσιών και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να παράγουν απρόσκοπτα. Η προστασία της εργασίας, οι έλεγχοι στις τιμές και τα κρατικά μονοπώλια θεωρήθηκαν εμπόδια και καταργήθηκαν.

Η παγκοσμιοποίηση διάβρωσε την εθνική εξουσία στην οικονομία και οι κυβερνήσεις έγιναν όμηροι των αγορών. Εάν μια κυβέρνηση προωθεί πολιτικές οι οποίες δεν ευνοούν τις επενδύσεις και τα επιχειρηματικά κέρδη, οι διαχειριστές κεφαλαίων ξεπουλάνε τα ομόλογα και τις μετοχές στην αγορά της χώρας, προκαλώντας οικονομική κρίση η οποία οδηγεί σε πολιτική κρίση.

Στο πλαίσιο αυτό η Κεντροαριστερά, ως κυβέρνηση, έγινε συχνά διαχειριστής αναγκαστικών πολιτικών λιτότητας αντί για φορέας εναλλακτικού οικονομικού σχεδίου. Το δόγμα «δεν υπάρχει εναλλακτική» (ΤΙΝΑ) επικράτησε παντού.

Η παγκοσμιοποίηση έφερε, ανάμεσα σε πολλά άλλα θετικά και αρνητικά, αύξηση των ανισοτήτων και κοινωνική δυσαρέσκεια, που ενισχύθηκε μετά το κραχ του 2008 και την κρίση χρέους.

Οι πολίτες, αναζητώντας προστασία, ανταποκρίθηκαν στη ρητορική για επιστροφή στο εθνικό, στο κράτος-προστάτη, στο πατριωτικό παρελθόν, με την ελπίδα μιας κυβέρνησης που θα αλλάξει τα πράγματα.

Συνήθως η ρητορική είναι ακροδεξιά, με μια εκδοχή ξενοφοβικού και κλειστοφοβικού οικονομικού πατριωτισμού.

Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε ως σύμμαχος του απλού Αμερικανού απέναντι στο διεφθαρμένο κατεστημένο αλλά και τις ξένες δυνάμεις που του παίρνουν τις δουλειές, «κλέβοντας» παραδοσιακά αιτήματα της εργατικής τάξης και των Δημοκρατικών.

Το καλό της υπόθεσης, όμως, είναι ότι πλέον έχουν «νομιμοποιηθεί» οι κρατικές παρεμβάσεις και οι εθνικές οικονομικές πολιτικές, μέσω των τεράστιων δημόσιων πακέτων στήριξης, του Ταμείου Ανάκαμψης, της κρατικοποίησης του ρίσκου και άλλων «απαγορευμένων» πολιτικών, ιδίως μετά την πανδημία και τους γεωπολιτικούς πολέμους και τις άλλες υπόγειες ή φανερές συγκρούσεις για την ενέργεια, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την τεχνολογία.

Η ακροδεξιά ρητορική σφετερίζεται την έννοια του οικονομικού πατριωτισμού, συνδυάζοντάς τον με ξενοφοβία και εθνικιστικές πολιτικές.

Είναι όμως μια ιστορική, ίσως, ευκαιρία για τις δυνάμεις που μοιράζονται τις αξίες της ισότητας και της αλληλεγγύης, από το Κέντρο μέχρι την Αριστερά, να στρέψουν την προσοχή τους σε τρόπους ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής εισοδήματος και πλούτου που μπορεί να μοιραστεί δικαιότερα. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος και πώς θα παράγει αυτόν τον πλούτο, με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και εθνικής ανθεκτικότητας.

Είναι αναγκαίος ένας στρατηγικός προσανατολισμός σε ανθεκτικές παραγωγικές βάσεις, αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας και περιορισμό της εξάρτησης από ολιγοπώλια ενέργειας, τροφίμων και τεχνολογίας.

Με μια βιομηχανική πολιτική στοχευμένων επενδύσεων σε κλάδους υψηλής αξίας, με αυστηρούς κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς όρους, με έμφαση στη μεταποίηση αλλά και στην έρευνα, στις ψηφιακές υποδομές και στην Τεχνητή Νοημοσύνη, ώστε η χώρα να παράγει, όχι απλώς να καταναλώνει, τεχνολογία.

Με δημιουργία εγχώριας βάσης και στρατηγικών αποθεμάτων σε ενέργεια, τρόφιμα, φάρμακα και ψηφιακές υποδομές, με ισχυρές δημόσιες ρυθμιστικές αρχές, αλλά και στρατηγική κρατική συμμετοχή σε ορισμένες περιπτώσεις.

Και βέβαια, με δίκαιη διανομή, μέσα από την ενίσχυση των μισθών και των συλλογικών συμβάσεων, τη φορολόγηση των υπερκερδών και μέτρα κατά της υπερσυγκέντρωσης πλούτου.

Η συγκυρία είναι δύσκολη, αλλά προσφέρει και δυνατότητες που δεν υπήρχαν έως πρόσφατα.

Οι προοδευτικές δυνάμεις σήμερα δεν μπορούν να είναι «κομπλεξαρισμένες» ως προς τον πατριωτισμό και την παραγωγή πλούτου, ούτε πρέπει να παραχωρήσουν τη θεματολογία αυτή στην Ακροδεξιά.

Keywords
Αναζητήσεις
Τυχαία Θέματα
Ζήτω,zito