Δεύτερο δυναμικό πεζογραφικό βήμα

09:43 8/10/2026 - Πηγή: efsyn

Η δεύτερη νουβέλα της Παναγιώτας Δημοπούλου, Είναι όμορφα εδώ, επιβεβαιώνει ότι η συγγραφέας διαχειρίζεται με επιτυχία τους τρόπους με τους οποίους η μνημονική αφήγηση, μέσα από μια καταιγιστική αλληλουχία ασυνεχών εικόνων, οργανώνει -ή αποδιοργανώνει- την εμπειρία. Αν στην Κίτρινη ουρά (2021, Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου του «Αναγνώστη»)- διακρινόταν ήδη μια έφεση προς την υπαινικτική γραφή και την εσωτερικότητα, εδώ αυτή η τάση αποκτά μεγαλύτερο εύρος και αυτοπεποίθηση. Η εναρκτήρια σκηνή, όπου ο ήρωας προσπαθεί να καταλάβει αν ο χρόνος περνούσε ή είχε ήδη περάσει, θυμίζει περισσότερο φιλοσοφική διερεύνηση παρά αφηγηματική εισαγωγή. Ωστόσο, στη Δημοπούλου, αυτές οι έννοιες περνούν μέσα από αισθήσεις: τον παλλόμενο πόνο, τη λάμψη ενός φωτός, τη σκιά μιας φιγούρας.

Στην άψογα γεωμετρημένη νουβέλα της, ο Αντρέας, που βρίσκεται καθηλωμένος σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου ύστερα από ένα ατύχημα, αφηγείται σαν να εμφανίζει ένα παλιό αρνητικό φιλμ. Από τις πρώτες σελίδες γίνεται εμφανές ότι ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η μνήμη που διαστέλλεται, συμπιέζεται, επιστρέφει, επαναλαμβάνεται. Δεν γνωρίζουμε αν όσα ανακαλεί είναι αντικειμενικά αληθινά ή προϊόντα μιας συνείδησης που αιωρείται ανάμεσα στον πυρετό, στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Ο ήρωας θυμάται επειδή ο πόνος, η ακινησία και ο χρόνος τον αναγκάζουν να θυμηθεί. Το νοσοκομείο μετατρέπεται σε έναν ιδιότυπο σκοτεινό θάλαμο όπου εμφανίζονται σταδιακά όχι μόνο οι αναμνήσεις αλλά και οι παραμορφώσεις τους. Η ταυτότητα των φίλων συγκροτείται μέσα από τα σημάδια και τις ρωγμές τους. Η Μαρία, επειδή δεν φέρει κάποιο μόνιμο σημάδι, διαφεύγει συνεχώς από τη μνήμη του.

Η συγγραφέας, θεωρώντας ότι η μνήμη είναι μια αδιάκοπη διαδικασία εμφάνισης εικόνων στην οποία το φως δεν υπάρχει χωρίς τη σκιά του, προβάλλει αυτή την αντίθεση με γλώσσα χαμηλόφωνη αλλά εξαιρετικά ακριβή. Οι διάλογοι είναι λιτοί, σχεδόν απογυμνωμένοι, ενώ οι κινήσεις των σωμάτων θυμίζουν σκηνικές οδηγίες. Σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας επενδύει είτε στην αυτομυθοπλασία είτε στην κοινωνική επικαιρότητα, εκείνη επιλέγει με συνέπεια έναν δρόμο περισσότερο γλωσσοκεντρικό και αισθητικό.

Λεωνίδας Βουρδονικόλας. Σημειώσεις αϋπνίας. Σελ. 128. Καλειδοσκόπιο, 2026

Στις Σημειώσεις Αϋπνίας του Λεωνίδα Βουρδονικόλα, η αφήγηση συνδυάζει κοινωνική σάτιρα, οικογενειακή σύγκρουση και άφθονη δόση ονείρου. Στο «Κρέας», το πρώτο από τα δεκατρία διηγήματα της συλλογής, η απόσταση ανάμεσα στην οικογένεια του Γουάνγκ, που λατρεύει να τρώει το κρέας σκύλου, και τους Ρουολάν και Γιουν, που είναι αυστηρά βίγκαν και υπερασπίζονται τα δικαιώματα των ζώων, είναι χαώδης. Η ένταση κορυφώνεται όταν ο μικρός γιος της οικογένειας κακομεταχειρίζεται τον σκύλο του ζεύγους και το ζώο, αντιδρώντας ενστικτωδώς, δαγκώνει το παιδί αποκόπτοντας τον αριστερό του αντίχειρα. Ο πατέρας αρπάζει ένα τσεκούρι για να σκοτώσει το ζώο, όμως ο Γιουν τον ακινητοποιεί, κόβει τον δικό του αντίχειρα και αναλαμβάνει συμβολικά το τίμημα της βίας.

Το διήγημα, προβάλλοντας τη σημασία της ευθύνης και της ανθρώπινης συνείδησης, σοκάρει με το συγκλονιστικό τέλος του, ενώ σημαντικό μέρος καταλαμβάνουν το καφκικό όνειρο και η σάτιρα της σύγχρονης ψηφιακής κουλτούρας.

Αν το «Κρέας» είναι μια εμφαντική αλληγορία για τη θυσία σε αντίστιξη με την ηθική έκπτωση, οι επτά μικροϊστορίες που συγκροτούν το σπονδυλωτό διήγημα «Σημειώσεις Αϋπνίας», το οποίο και δανείζει τον τίτλο του στο βιβλίο, λειτουργούν ως το αξιακό και μεταφυσικό του συμπλήρωμα.

Οι ήρωες δεν ορίζονται από το τέλος τους αλλά από τον τρόπο με τον οποίο το αντικρίζουν, το φαντάζονται ή το ονειρεύονται. «Η κατάσταση του θανάτου […] μπορεί να ιδωθεί μόνο μέσα από το πρίσμα της ζωής», γράφει χαρακτηριστικά ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης στο εξαιρετικό Επίμετρο. Ο αφηγητής πριν κοιμηθεί «βγάζει» τα μάτια του, ώστε μέσα στο όνειρο τα όνειρά του να είναι πολύχρωμα.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Keywords