Αρντένα

23:53 3/8/2026 - Πηγή: efsyn

Tο «Ανοιχτό βιβλίο», από καταβολής του, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Και φέτος συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).

Μ’ άλλα λόγια, μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους κάποια θερινή εμπειρία τους και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, υπερβατικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως κοινωνικά, ενδοσκοπικά,

ή ανατρεπτικά – διηγήματα που θα μας συντροφεύουν ώς το τέλος του θέρους.

Μετά τον Ηλία Παπαμόσχο, την Άννα Γρίβα, την Ισμήνη Καρυωτάκη και τον Άκη Παπαντώνη, το καλοκαιρινό νήμα πιάνει ο Νίκος Αμανίτης

Νίκος Αμανίτης*Αρντένα

Ατμόπλοιον Αρντένα

Αγαπημένη μου Λίλα,

Σου γράφω από το βαπόρι, τώρα που ευρίσκομαι εις το τελευταίο στάδιον αυτού του ταξιδιού. Γνωρίζεις καλά με πόσην ανυπομονησία το επερίμενα, από την ώρα που ο Φίλιππας μου έκαμε ντεκλαρασιόν και ο πατέρας μου μού έδωκε την ευχήν του. Ξεκινήσαμε από την Πάτρα την Κυριακή το πρωί με τη θεία Κατίνα που γνωρίζεις πόσο καλή είναι και έχει και σε μίαν εκτίμηση τον Φίλιππα, τώρα που έγινε Κελευστής. Ετρόμαζα πολύ, Λίλα μου, κάθε φορά που το τρένο εχυμούσε μέσα στις τεράστιες γαλαρίες αλλά, όταν το φως του αυγουστιάτικου ήλιου μάς ετύφλωνε εις την έξοδο, μου φαινόταν σαν ένα καλωσόρισμα στη ονειρεμένη νέα ζωή που με περιμένει. Το ταξίδι όμως ήτο κουραστικότατον. Εννέα ώρες μέσα στη ζέστα του Αυγούστου, με τα παράθυρα κλειστά για να μην μπαίνει η κάπνα του φουγάρου. Τουλάχιστον στους σταθμούς αγοράζαμε φρούτα μέσα σε σακούλες με κρύο νερό να δροσίσουμε ολίγον το μέσα μας.

Εφτάσαμε στον Σταθμό Πελοποννήσου το δειλινό, μας επερίμενε εκεί η εξαδέλφη μου η Αμαλίτσα και μας έβανε στο ταξί μαζί με δυο άλλους, κατοικεί στην οδό Φαβιέρου, μία από τας καλυτέρας των Αθηνών, πλησίον της Ομονοίας. Ημεθα πολύ κουρασμένες και οι δύο, αλλά εγώ δεν άντεξα και μαζί με την Αμαλίτσα ήπιαμε ένα ποτήρι κρύο γάλα σε ένα μεγάλο γαλακτοπωλείο της Πλατείας, απέναντι από τα λουλουδάδικα και εχαζέψαμε όλον τον καλόν κόσμο που έμπαινε και έβγαινε από το Μπάγκειον. Ητο Κυριακή βράδυ και έβλεπες έναν μπερίδρομο ανθρώπους να κατεβαίνουν τις μεγαλοπρεπείς σκάλες που οδηγούν στον Ηλεχτρικό ή να αναζητούν φίλους καθισμένους στις μπιραρίες.

Το άλλο βράδυ στο βαπόρι εγίνετο κοσμοσυρροή: Δεν είναι κάτι που δεν το επερίμενα τέτοιες ημέρες. Το κατάστρωμα εβούιζε από τις φωνές του κόσμου και τα μεγάφωνα του ραδιοφώνου έπαιζαν στη διαπασών λαϊκά τραγούδια. Φύγαμε στας οκτώ, το δρομολόγιο λέγει Σύρα-Τήνος-Υστέρνια-Κόρθι-Ανδρος. Τη θάλασσα την ξέρω, έχω πάρει και το μοτόρι μερικές φορές, αλλά πάνω στο Αρντένα, αυτό το κάτασπρο, τεράστιο, αβύθιστο βαπόρι που περνούσε αργά από τα κατάφωτα Φάληρα, ένιωσα ένα δέος. Και όταν το μελτέμι άρχισε να μας χτυπά αλύπητα, φοβήθηκα για τα καλά η δόλια.

Αδύνατον να κοιμηθώ. Ενίκησα τους φόβους μου και βγήκα πάλι στο κατάστρωμα, τυλιγμένη καλά με την εσάρπα μου, θαρραλέα για τη ζωή που μου αξίζει, που είναι εμπρός μου, που προς αυτήν κατευθύνομαι επί του Αρντένα, πώς είναι δυνατόν εγώ να φοβηθώ τα αφρίζοντα κύματα; Με γνωρίζεις καλά, Λίλα. Τρομαγμένη θ’ αντικρίσω εγώ την Ελλη και τον Φίλιππα, με φόβο θα κρατήσω το χέρι του, θα κατεβάσω τα μάτια στο μέλλον που μου χαμογελά; Εγώ όχι, ποτέ. Αίφνης, ο κλυδωνισμός του καραβιού εμειώθη, λες και η αισιοδοξία μου γαλήνεψε τα νερά, όμως όχι, απλώς φθάναμε στη Σύρα. Λίλα μου, το θέαμα ήτο απερίγραπτον: Η μικρή πόλις παρουσίαζε όψιν μεγαλοπρεπεστάτην στας τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Αυτή είναι η ώρα που φτάνουν τα καράβια στη Σύρα. Κόσμος πολύς επερίμενε στην προκυμαία. Τα παραλιακά καφενεία ολόφωτα. Με τις πρώτες λάντζες σαλτάρισαν οι πλανόδιοι στο κατάστρωμα, πουλάνε κουλούρια, γλυκά, μέντες για τη ναυτία. Αγόρασα λουκούμια για τον Φίλιππα.

Το Αρντένα πλέει τώρα σε μια θάλασσα που έχει γαληνέψει κάτω από το αυγουστιάτικο φεγγάρι. Το κατάστρωμα γεμάτο κοιμισμένους προσκυνητές κι εγώ βρήκα μια γωνιά, έχω τόσην ανάγκη να σου γράψω αυτές τις γραμμές, Λίλα μου, καθώς η μέρα χαράζει και πλησιάζουμε στην Τήνο, στον Φίλιππα που θα τον ξαναδώ επιτέλους, θα έχει πάρει άδεια ειδική ο ναύτης μου, θα μου πιάσει απαλά το χέρι και όλα θα είναι ωραία και ειρηνικά.

Σε φιλώ γλυκά,

Η φίλη σου Ρίκα

Ατμόπλοιον Αρντένα.

14 Αυγούστου 1940

Κάποιες από τις πληροφορίες του ταξιδιού στο Αρντένα προέρχονται από το βιβλίο του Π. Μπίστη «Ταξίδι στην Ελλάδα», Κύπρος 1939. Το Α/Τ Αρντένα εξυπηρετούσε τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες του Αιγαίου από το 1934 μέχρι την έναρξη του πολέμου. Βυθίστηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1943 έξω από το Αργοστόλι, ενώ μετέφερε 840 Ιταλούς αιχμαλώτους των Γερμανών. Από αυτούς επέζησαν μόνο 120.

● Το βιβλίο του Νίκου Αμανίτη «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα» (Μεταίχμιο, 2025) τιμήθηκε με το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Αναγνώστης».

Keywords
Τυχαία Θέματα
Αρντένα,arntena