Ακροβασία ανάμεσα σε δύο κόσμους

06:27 24/6/2026 - Πηγή: efsyn

Την περασμένη χρονιά έκαναν την εμφάνισή τους με το πρώτο τους βιβλίο δύο συγγραφείς, η Μαριγώ Ζάννου και η Βασιλική Μπίντου, κοντινές σε ηλικία αλλά και σε χροιά αφηγηματικής φωνής. Και οι δύο έχουν επιλέξει την πολύ μικρή φόρμα, το μικροδιήγημα, παραδίδοντάς μας κείμενα άλλοτε στην έκταση μιας παραγράφου και άλλοτε μιας ή δυο σελίδων.

Η συλλογή διηγημάτων της Ζάννου έχει τίτλο «Τα χέρια» και, πράγματι, στα σαράντα (από τα σαράντα τέσσερα) κείμενα της συλλογής η συγγραφέας χρησιμοποιεί το μοτίβο των χεριών ενταγμένο σε μια ποικιλία από περιβάλλοντα, σε τόνους μάλλον σκοτεινούς και μελαγχολικούς,

ενώ τα τέσσερα τελευταία, απελευθερωμένα από την υποταγή στο κεντρικό μοτίβο, στρέφονται προς άλλες κατευθύνσεις, άλλοτε φωτισμένες από την ελπίδα κι άλλοτε απλώς από την επίγνωση.

Τα μικροδιηγήματα της Ζάννου είναι χωρισμένα σε δέκα ενότητες-κεφάλαια με τους εξής τίτλους: Πατέρας, Μητρότητα, Διαφορετικότητα, Τρέλα, Γραφή, Ενηλικίωση, Κακοποίηση, Θάνατος, Έρωτας και (τα τελευταία τέσσερα) Ελπίδα. Συχνά είχα την αίσθηση πως τα διηγήματα αυτά αφηγούνται όλα μαζί μια ιστορία, με έντονο το βιωματικό στοιχείο, μεταπλασμένο ωστόσο σε έναν λόγο μεταφορικό και συμβολικό.

Σε αντίθεση με την αυστηρή δομή και την ενίοτε τεχνητή επιβολή του κεντρικού μοτίβου σε κάθε κείμενο, ώστε να μπουν όλα κάτω απ’ την ίδια σκέπη, η γραφή της Ζάννου διαπνέεται από ποιητικότητα, ένταση συναισθήματος, παιγνιώδη διάθεση και γλωσσική ευελιξία. Παράδειγμα: «Το χέρι που κόβει το χαρτόνι»

Έκοψα τη μορφή σου σε χαρτόνι. Φυσικό μέγεθος. Είπα μέσα μου: δεν καλύπτονται τα κενά με χαρτόνι. Έσπασες σε χιλιάδες κομμάτια χαρτοπόλεμου στο πάτωμα. Είπα μέσα μου: δεν σπάει το χαρτί. Τα μάζεψα και τα έβαλα στην κατσαρόλα να αλλάξω τη γεύση σου. Είπα μέσα μου: δεν αλλάζει η νοσταλγία. Φοβάμαι ότι τη στιγμή που θα σε αρθρώσω, θα εξατμιστείς και θα σε ρουφήξει ο απορροφητήρας.

Μαριγώ Ζάννου, Τα χέρια | Σελ. 104 | Γραφή, 2025

Η Βασιλική Μπίντου, με τα «Γιούλια» της, μας προσφέρει τρόπον τινά ένα μπουκέτο από ιστορίες, μικρές αλλά με έντονο χρώμα και άρωμα, όπως τα εν λόγω άνθη. Στο ομώνυμο της συλλογής διήγημα, μόλις λίγων δεκάδων λέξεων, τα γιούλια «σαν αδέσποτα σκυλιά γάβγιζαν τον χρόνο κι έναν μεθυσμένο στο κατώφλι του σπιτιού». Και σε άλλες ιστορίες όμως πρωταγωνιστούν άνθη, όπως τα «Κυνόροδα» και τα «Νυχτολούλουδα», ή δέντρα, όπως οι «Αγριοκερασιές». Στις ιστορίες της Μπίντου το φυτικό βασίλειο γίνεται τόπος που επικοινωνεί με το άρρητο και το παράδοξο, όπως «Στο παλιό σπίτι», όπου η αφηγήτρια αντικρίζει τη φασματική παρουσία μια γυναίκας («Την είδα γυμνή. Το σώμα της έμοιαζε με τα λευκά λουλούδια της μανόλιας στην εκτυφλωτική λιακάδα του μεσημεριού. Τα βυζιά της είχαν κρεμάσει ως τον αφαλό και οι μεγάλες βυσσινιές ρόγες τους έμοιαζαν με σταφύλι μοσχάτο»). Η πλούσια ανθοφορία προσφέρει άλλοτε το σκηνικό για τον επερχόμενο θάνατο, όπως στην «Κρεμάλα», κι άλλοτε για τον έρωτα, όπως στην «Αλεπού».

Και το ζωικό βασίλειο -συγγενικό μα και τόσο ξένο προς τον άνθρωπο- έχει τη σιωπηλή μα γεμάτη συμβολισμούς παρουσία του στις ιστορίες αυτές: ένα μαύρο άλογο, δυο αγαπημένα ελάφια στην άκρη ενός γκρεμού, ένα φίδι με φτερά, μια χρυσόμυγα με γιορτινό φόρεμα, ένας γάτος που του ψαλιδίζουν το αυτί, ένα αρνί που η αφηγήτρια προσπαθεί να σώσει απ’ τη σφαγή, ενώ «το αίμα πετάχτηκε ψηλά πιτσιλώντας τα πράσινα φύλλα και τα λευκά άνθη της κυδωνιάς».

Οι ιστορίες της Μπίντου, έντονα εικαστικές -κάποιες μοιάζουν με υπερρεαλιστικούς πίνακες-, απευθύνονται σε όλες τις αισθήσεις∙ καθώς τις διαβάζει ο αναγνώστης, τις προσλαμβάνει και με την αφή, τη γεύση και την όσφρηση. Αισθαντικές, γεμάτες παραμυθιακά στοιχεία, δεν αποκωδικοποιούνται με τη λογική αλλά επιδρούν ακαριαία και προσφέρουν απόλαυση με τον μουσικό τρόπο που είθισται να το κάνει η ποίηση. Άλλωστε τα «Γιούλια» αρδεύονται εξίσου τόσο από την πεζογραφία όσο και από την ποίηση, φυτρώνουν, θα έλεγε κανείς, στα σύνορα των δύο, δίνοντας θαυμαστά άνθη.

Βασιλική Μπίντου, Τα γιούλια | Σελ. 46 | Απόπειρα, 2025
Keywords
Τυχαία Θέματα