Αδεια λοιπόν

10:04 26/8/2026 - Πηγή: efsyn

Κάπως αργά, αλλά μέσα στον καύσωνα, η στήλη θα πάρει την άδειά της. Ταιριάζει λοιπόν να αφιερώσουμε το σημερινό άρθρο ακριβώς στη λέξη «άδεια».

Η άδεια είναι λέξη αρχαία, αλλά η σημασία της έχει αλλάξει. Ετυμολογείται από το επίθετο «αδεής», από το στερητικό α- και το δέος. Αρχικά λοιπόν άδεια ήταν η έλλειψη φόβου, το αίσθημα ασφάλειας. Οταν ο μεγάλος βασιλιάς, ο Ξέρξης, έφευγε ηττημένος από την Ελλάδα μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, μόλις έφτασε στα Αβδηρα μπόρεσε να ανασάνει και να λύσει τη ζώνη του, «ὡς ἐν ἀδείῃ ἐών»,

όπως λέει ο Ηρόδοτος, επειδή αισθάνθηκε πια ασφαλής.

Στη συνέχεια, η λέξη πήρε τη σημασία της εγγύησης που δίνεται σε κάποιον ότι δεν θα πάθει τίποτα, της αμνηστίας, της ασφάλειας από δίωξη, και τελικά έφτασε στη σημασία της ελευθερίας ή του δικαιώματος να κάνει κάποιος κάτι.

Στην ύστερη αρχαιότητα, η λέξη πήρε και τη σημασία της απραξίας, της αργίας, κι έτσι στα μεσαιωνικά χρόνια εμφανίστηκε το ρήμα «αδειάζω» με τη σημασία «απρακτώ, έχω ελεύθερο χρόνο», που επιβιώνει και σήμερα όταν, π.χ., λέμε «δεν αδειάζω ούτε λεπτό». Στη συνέχεια, το ρήμα πήρε τη σημασία «ελευθερώνω τον χώρο, αφαιρώ το περιεχόμενο», που είναι και η συνηθέστερη σημερινή, και από το ρήμα, υποχωρητικά, σχηματίστηκε το επίθετο άδειος, κενός.

Ετσι σήμερα στη νέα ελληνική έχουμε το ουσιαστικό «άδεια» με τις πολλές σημασίες του και το θηλυκό επίθετο άδεια, δυο λέξεις ομόγραφες και περίπου ομόηχες· περίπου, διότι η πρώτη προφέρεται τρισύλλαβη και η δεύτερη δισύλλαβη, κάτι που εκμεταλλεύτηκε ο Μανώλης Ρασούλης στον στίχο του «Απόψε πήρε άδεια και με την τσέπη άδεια τραβάει για την πόλη».

Ο φαντάρος του Ρασούλη είχε πάρει άδεια εξόδου από το στρατόπεδο, αλλά άδειες υπάρχουν πολλές και διάφορες. Με την έννοια του δικαιώματος να κάνει κάποιος κάτι έχουμε, π.χ., άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, άδεια ύστερα από εξετάσεις· οικοδομική άδεια από την πολεοδομία· άδεια εισόδου σε υπουργείο ή άλλον δημόσιο χώρο· άδεια κυνηγίου, άδεια οπλοφορίας, άδεια παραμονής στη χώρα, άδεια γάμου· άδεια οδήγησης, που καταχρηστικά τη λέμε «δίπλωμα». Αδεια λέγεται και το έγγραφο που επικυρώνει το δικαίωμα. Υπάρχει και η ποιητική άδεια, δηλαδή η παρέκκλιση από γραμματικούς ή συντακτικούς κανόνες, που θεωρείται θεμιτή στην ποίηση και γενικά στη λογοτεχνία.

Με την έννοια του νομίμου δικαιώματος απουσίας από την εργασία ή την υπηρεσία, έχουμε θερινή άδεια, εκπαιδευτική άδεια, άδεια άνευ αποδοχών, άδεια τοκετού, οικογενειακή άδεια, αναρρωτική άδεια. Στον στρατό υπάρχει κανονική άδεια, αγροτική, φοιτητική, τιμητική, άδεια αιμοδοσίας· και άδεια από τη σημαία, όταν κάποιος την κοπανάει άνευ αδείας.

Ο εργαζόμενος που έχει άδεια λέγεται αδειούχος. Αλλά όταν έχεις άδεια και η τσέπη είναι άδεια, κι αν δεν υπάρχει σπίτι στο χωριό, η λύση είναι να περάσεις το καλοκαίρι στα μαγευτικά Μπαλκονήσια. Οσο για εμάς, ραντεβού στις 16 Σεπτεμβρίου.

Keywords
Τυχαία Θέματα
Αδεια,adeia