Ψωρίαση και βιολογικά φάρμακα: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε

Τα βιολογικά φάρμακα που αδρανοποιούν την IL-23 φαίνονται αποτελεσματικά και ασφαλή στη θεραπεία της Ψωρίασης βοηθώντας σημαντικά τους ασθενείς.

Στην Ελλάδα περίπου διακόσιες πενήντα χιλιάδες άνθρωποι πάσχουν από ψωρίαση. Η ψωρίαση είναι μια χρόνια, μη μεταδοτική και συστηματική νόσος, η οποία εμφανίζεται με ποικίλες μορφές και διαφορετικά επίπεδα σοβαρότητας. Η πιο συχνή μορφή της νόσου είναι η Ψωρίαση κατά πλάκας και αφορά περίπου στο 80% των ασθενών. Αυτή η μορφή

ψωρίασης εντοπίζεται σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος, αλλά συνήθως εμφανίζεται στα γόνατα, στους αγκώνες και στο δέρμα του τριχωτού της κεφαλής.

Η ψωρίαση συνήθως παρουσιάζεται για πρώτη φορά μεταξύ 18 και 40 ετών, αν και μπορεί να παρουσιασθεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Διάφοροι παράγοντες προκαλούν την εμφάνισή της σε άτομα με γενετική προδιάθεση στη νόσο, όπως είναι η ψυχική υπερένταση, τραυματισμοί του δέρματος, διάφορες φαρμακευτικές αγωγές, κάποια λοίμωξη, κ.α.

Στις διαθέσιμες θεραπείες περιλαμβάνονται η τοπική αγωγή, η φωτοθεραπεία, οι από του στόματος συστηματικές αγωγές και ένας αριθμός βιολογικών παραγόντων. Στην Ελλάδα, μετά από σχεδόν 2 χρόνια αναμονής, έχουμε στη διάθεσή μας νέες, καινοτόμες θεραπείες και αυτό μας δίνει ελπίδα για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση χρόνιων νοσημάτων. Στη δερματολογία, θα έχουμε τη χαρά να υποδεχθούμε, μεταξύ άλλων, δύο νέες θεραπευτικές αγωγές για την Ψωρίαση, οι οποίες στοχεύουν την IL-23, το risakinzumab και το guselkumab. Ενδείκνυνται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ψωρίασης σε ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι είναι υποψήφιοι για συστηματική θεραπεία. Η IL-23 είναι ένα μόριο, μία κυτταροκίνη, η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στην παθογένεια της ψωρίασης και η αναστολή της εμποδίζει την παραγωγή και πολλών άλλων κυτταροκινών που συμβάλλουν στην εμφάνιση της νόσου και τη χρονιότητά της.

Το rizakinzumab έλαβε την έγκριση τον Απρίλιο του 2019 από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων και φαίνεται να είναι αποτελεσματικό και εύκολο στη χρήση του, αφού χορηγείται υποδορίως κάθε τρεις μήνες.

Η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βασίσθηκε στα αποτελέσματα των 4 πιλοτικών μελετών (ultIMMa-1, ultIMMa-2, IMMvent και IMMhance) στις οποίες συμμετείχαν περισσότεροι από 2.000 ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ψωρίαση. Και στις τέσσερις μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν το risankizumab πέτυχαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά κάθαρσης των ψωριασικών βλαβών, σε σχέση με τους βιολογικούς παράγοντες με τους οποίους συγκρίθηκε. Μάλιστα η αποτελεσματικότητά του δεν φαίνεται να επηρεάζεται από τη βαρύτητα της νόσου, το σωματικό βάρος, ή την προηγούμενη έκθεση ή όχι σε βιολογικό παράγοντα. Συγκεκριμένα, κατά μέσο όρο 6 στους 10 πέτυχαν πλήρη κάθαρση των ψωριασικών τους βλαβών. Παράλληλα, πριν από σχεδόν 1 χρόνο παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Δερματολογίας αποτελέσματα από ακόμη μία μελέτη, τα οποία επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα του risankizumab. Σχεδόν 7 στους 10 ασθενείς υπό risankizumab πέτυχαν την πλήρη κάθαρση των ψωριασικών τους βλαβών.

Όσον αφορά στο δοσολογικό σχήμα του risankizumab είναι απλό και βολικό για τους ασθενείς, καθώς απαιτείται η χορήγηση μόνο 4 δόσεων τον χρόνο, δηλαδή μία δόση κάθε τρεις μήνες.

Αναφορικά με την ασφάλεια, από το κλινικό πρόγραμμα δεν παρατηρήθηκε η εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών και κυρίως σοβαρών λοιμώξεων. Παρόλα αυτά, η συχνή παρακολούθηση των ασθενών που λαμβάνουν βιολογικούς παράγοντες είναι μέρος της καθημερινής πρακτικής μας.

Δημήτριος Ιωαννίδης, Καθηγητής Δερματολογίας - Αφροδισιολογίας Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ

Keywords
Τυχαία Θέματα