Βάραθρο

Οι δικαστικοί λειτουργοί είναι εξ ορισμού «ανώνυμοι». Δεν δίνουν συνεντεύξεις για να δικαιολογήσουν τις τοποθετήσεις τους ή τις αποφάσεις τους, δεν γράφουν άρθρα για να παρουσιάσουν τα επιχειρήματά τους. Δεν είναι σταρ, δεν είναι influencers, είναι ερμηνευτές του δικαίου. Ακόμη και σε μεγάλες δίκες, όπως εκείνες της «17 Νοέμβρη» ή της Χρυσής Αυγής, μπορεί να γίνονται γνωστοί για μια μέρα λόγω των αγορεύσεών τους, αλλά στη συνέχεια περνούν

σε δεύτερο πλάνο. Αυτό που μένει είναι το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία ενεπλάκησαν: η καταδίκη ή η αθώωση ενός κατηγορούμενου, η πεποίθηση ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη ή η αίσθηση ενός κενού.

Ούτε ο ίδιος ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπακέλας, δεν θα πιστεύει ότι με την απόφασή του να παραμείνει στο αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών κλείνει οριστικά αυτό το θέμα. Εδώ δεν μιλάμε για κενό, αλλά για βάραθρο. Μια σειρά από υψηλόβαθμα στελέχη παρακολουθήθηκαν με ένα παράνομο λογισμικό και ο άνθρωπος πίσω από αυτό δηλώνει ότι το πωλεί μόνο σε κυβερνήσεις. Ενας συγγενής του Πρωθυπουργού πετάει υπαινιγμούς για σφαίρες και αφεντικά. Αν και είναι πιθανό να έχουν διαρρεύσει απόρρητα στοιχεία και κρατικά μυστικά, η κυβέρνηση μιλάει για «υπόθεση ιδιωτών». Κανείς δεν μπορεί να αδικήσει, λοιπόν, έναν πολίτη που νιώθει ότι κάτι «βρωμάει».

Το ίδιο μπορεί να νιώθει στην πραγματικότητα κι ο εισαγγελέας, να έχει όμως συμπεράνει ότι δεν υπάρχουν νέα στοιχεία που να δικαιολογούν αυτό που του ζητείται, δηλαδή την ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο. Μπορεί κανείς να διαφωνήσει μαζί του, μπορεί να του ασκήσει κριτική, ακόμη και σκληρή κριτική, μπορεί να τον χαρακτηρίσει τυπολάτρη, δειλό ή ακόμη κι ανίκανο, δεν μπορεί όμως να τον κατηγορήσει ελαφρά τη καρδία ότι είναι ενεργούμενο. Ασφαλώς και η απόφασή του βολεύει την κυβέρνηση: όσο κι αν ο Αδωνις υποστηρίζει ότι η κοινή γνώμη δεν δίνει δεκάρα για τις υποκλοπές, η σχετική συζήτηση σε προεκλογική περίοδο δεν θα ήταν καθόλου ευχάριστη για τους κρατούντες. Αυτό δεν τον καθιστά, όμως, αυτομάτως υπηρέτη μιας προσπάθειας συγκάλυψης.

Η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς, κατ’ εξοχήν τη Δικαιοσύνη, είναι δεδομένη και αποτυπώνεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Η δουλειά των κομμάτων της αντιπολίτευσης, όμως, δεν είναι να ενθαρρύνουν ή να ενισχύουν αυτή τη δυσπιστία, αλλά να εξηγούν γιατί ακόμη και μια λανθασμένη δικαστική απόφαση δεν μπορεί να ενταφιάσει ένα σκάνδαλο για το οποίο γίνονται συνεχώς και νέες αποκαλύψεις. Στην εξυγίανση της πολιτικής ζωής οι πολίτες πρέπει να είναι σύμμαχοι, όχι αμέτοχοι.

Με άλλα λόγια, αν κάτι «βρωμάει», η πηγή δεν είναι η δικαστική, αλλά η πολιτική εξουσία. Ο πολλαπλασιασμός των αντιπάλων στο όνομα μιας «απροκάλυπτης ώσμωσης» των εξουσιών την οποία επικαλείται η ΕΛΑΣ, εκτός από αυθαίρετος, είναι και αντιπαραγωγικός.

Keywords
Τυχαία Θέματα