Το στοίχημα της στέγης

Hταν μια ιδέα, ίσως αυθόρμητη, ίσως ουτοπική, αλλά έτσι συμβαίνει με τις περισσότερες μεγαλοφυείς ιδέες, έρχονται ξαφνικά στο μυαλό, ξαφνιάζουν κι ύστερα ανοίγουν δρόμους, μερικές φορές κυριολεκτικά, και λύνουν προβλήματα.

Γιατί να μη δοθούν ως κίνητρο περισσότερα τετραγωνικά μέτρα στους κατασκευαστές κατοικιών, αλλά σε ύψος όχι σε μήκος, με την προϋπόθεση να χτίσουν αποκλειστικά για ενοικίαση; Γιατί να μην αναζητήσουμε έναν δημιουργικό συμβιβασμό με το Συμβούλιο της Επικρατείας, ώστε και το περιβάλλον να προστατευθεί, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα, και η στεγαστική κρίση να αντιμετωπιστεί, όπως οφείλει να κάνει η κυβέρνηση;

Ενας, δύο, τρεις, πολλοί ουρανοξύστες, αυτή τη φορά για τον λαό: να το συζητήσουμε, να ρωτήσουμε ειδικούς, να στήσουμε ένα ντιμπέιτ, να βολιδοσκοπήσουμε τους δικαστές, να το περιλάβουμε στις προεκλογικές δεσμεύσεις της τέταρτης τετραετίας. Αλλά μέχρι τότε, μήπως δούμε τι γίνεται σε μερικές ευρωπαϊκές πόλεις που κερδίζουν το στοίχημα της στέγης;

Στη Βιέννη, γράφει στο χθεσινό της φύλλο η Repubblica, ένα εκατομμύριο άνθρωποι – τo 60% των κατοίκων της πόλης – ζουν σε κάποιο είδος «λαϊκής» κατοικίας, πληρώνοντας νοίκι κατά ένα τρίτο μικρότερο από εκείνα της αγοράς, ενώ ο δήμος εξακολουθεί να αγοράζει γη και να σχεδιάζει περιοχές με συγκεκριμένα κριτήρια βιωσιμότητας.

Στο Ελσίνκι, η κοινότητα κατέχει μεγάλο μέρος της γης και την παραχωρεί στους ιδιώτες υπό προϋποθέσεις. Στη Ρεν, χτίζονται 5.000 κατοικίες τον χρόνο, το ένα τέταρτο των οποίων είναι κοινωνικές: μια ιδιωτική κατοικία σε δημόσιο χώρο κοστίζει ως και 40% λιγότερο. Στη Βαρκελώνη, οι Αρχές ήταν οι πρώτες που είπαν στοπ στις τουριστικές ροές.

Οι ιστορίες αυτές, που προς το παρόν είναι μεμονωμένες και εξαρτώνται από τον ενθουσιασμό των κατά τόπους δημάρχων, δείχνουν ότι ακόμη και στις μέρες μας όλα ξεκινούν από τη γη, ο έλεγχος της οποίας πρέπει να παραμένει σε δημόσια χέρια προκειμένου να συγκρατούνται οι τιμές.

Η Βιέννη την αγοράζει, το Ελσίνκι τη συντηρεί και την παραχωρεί, οι Βρυξέλλες και η Ρεν διαχωρίζουν το έδαφος από τις κατοικίες, βάζοντας όρια στις τιμές μεταπώλησής τους. To πρόβλημα είναι βέβαια ότι οι δήμοι δεν έχουν πόρους, το χάσμα υπολογίζεται σε 150 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα είναι αποφασιστικός – αλλά ποιου ιδιωτικού τομέα;

Η Βιέννη, ας πούμε, συνεργάζεται κυρίως με συνεταιριστικές επιχειρήσεις. Η έκθεση Ispi and Eurocities, πάλι, που εξετάζει 200 ευρωπαϊκές πόλεις και δόθηκε πριν από λίγες ημέρες στη δημοσιότητα, προτείνει μια σχέση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού που πηγαίνει πέρα από το κλασικό δίπολο δήμοι – εργολάβοι και επεκτείνεται στους εθνικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς, στον τριτογενή τομέα, στις τοπικές κοινότητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Παρίσι, όπου από τα παλιά κτίρια «γεννιούνται» 900 καινούργιες κατοικίες τον χρόνο, το 40% των οποίων με ελεγχόμενα νοίκια.

Αλλά εδώ λύσαμε το πρόβλημα με την αύξηση του συντελεστή δόμησης.

Keywords