Τεττέη, ο αγαπημένος της εξέδρας

Οι οπαδοί του Παναθηναϊκού έχουν βρει στον έλληνα επιθετικό το πρόσωπο με το οποίο θα «δεθούν».

Υπάρχει μια κατηγορία παικτών που ο φίλαθλος αγαπάει με διαφορετικό τρόπο απ’ όλους τους άλλους, όσο ταλέντο κι αν έχουν οι ξένοι στο ρόστερ. Είναι οι Ελληνες (ή ο ντόπιος για κάθε άλλη εθνικότητα), κι ας μην είναι όλοι τους αστέρια σε ολόκληρη την καριέρα τους.

Ο κόσμος δεν τους αγαπάει μόνο για ό,τι κάνουν στο γήπεδο, τους αγαπάει επειδή νιώθει πως θα μπορούσε να είναι ο ίδιος εκεί με τη

φανέλα της αγαπημένης του ομάδας. Ο Ανδρέας Τεττέη μπήκε σε αυτή την κατηγορία μέσα σε λίγους μήνες, κι ο λόγος δεν είναι μόνο τα γκολ.

Η εξέδρα δεν ζητάει απλώς ταλέντο, αυτό το βρίσκει και σε κάθε ξένο που περνάει από το ρόστερ. Ζητάει αναγνώριση: κάποιον που να ξέρει τι σημαίνει να μεγαλώνεις εδώ, να παίζεις μπάλα στην πλατεία πριν παίξεις σε γήπεδο με χορτάρι, να περνάς από κατηγορίες που ο κόσμος τις έχει ζήσει κι ο ίδιος, έστω κι από μακριά.

Ο Τεττέη είναι παιδί της Κυψέλης, γιος μεταναστών, και ήρθε στον Παναθηναϊκό από την Κηφισιά, ανεβαίνοντας κατηγορία-κατηγορία τη φήμη του. Αυτή η διαδρομή δεν είναι βιογραφικό σημείωμα, είναι ο λόγος που ο κόσμος τον βλέπει σαν δικό του παιδί, πριν καν προλάβει να τον κρίνει καθαρά ως ποδοσφαιριστή.

Τον «υιοθέτησε» ο κόσμος

Η στιγμή που ο Τεττέη μπήκε για τα καλά στις καρδιές των οπαδών του Παναθηναϊκού δεν χρειάστηκε πολύ καιρό να έρθει. Στο πρώτο ντέρμπι της σεζόν με τον ΠΑΟΚ, ο Τεττέη σκόραρε δύο φορές και το δεύτερο γκολ το πανηγύρισε τρέχοντας μπροστά από τον κόσμο, με ένταση που δεν διακρίνει εύκολα έναν αθλητή. Δεν ήταν πανηγυρισμός για τις κάμερες, ήταν κάτι πιο άμεσο: ένας παίκτης που έτρεχε προς τους δικούς του, γιατί ένιωθε ότι εκείνη τη στιγμή ανήκε εκεί.

Ο κόσμος ανταποδίδει τέτοιες στιγμές πολλαπλάσια. Δεν θυμάται τόσο εύκολα ένα άψογο γκολ ξένου σέντερ φορ όσο θυμάται έναν δικό του παίκτη να τρέχει προς την εξέδρα σαν να πηγαίνει στο σπίτι του.

Κάτι ανάλογο έγινε όταν ο Τεττέη φόρεσε πρώτη φορά τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας, πριν καν παίξει επίσημο ματς με το Τριφύλλι. Οι έλληνες φίλαθλοι δεν το είδαν σαν ξένη επιτυχία, το ένιωσαν δικό του επίτευγμα.

Δεν είναι τυχαίο πως ο πρώτος του λόγος μετά το ντεμπούτο ήταν για τη μητέρα του, όχι για τον προπονητή ή τον σύλλογο· ο κόσμος αναγνωρίζει αμέσως αυτή την ειλικρίνεια, γιατί είναι ακριβώς αυτό που ζητάει από έναν δικό του παίκτη – να θυμάται ακόμα από πού ξεκίνησε.

Το κενό του Ιωαννίδη

Ο Παναθηναϊκός αποχαιρέτησε πέρυσι τον Φώτη Ιωαννίδη, τον φυσικό ηγέτη του, τον Ελληνα που ο κόσμος είχε μάθει να θεωρεί δικό του πάνω απ’ όλους τους άλλους στο ρόστερ. Οταν έφυγε ο «Φωτάρας», δεν έφυγε απλώς ένας σκόρερ· έφυγε το πρόσωπο με το οποίο ο κόσμος είχε δεθεί συναισθηματικά. Τέτοιο κενό δεν το γεμίζει κανένας ξένος, όσο καλός κι αν είναι. Το γεμίζει μόνο κάποιος που ο κόσμος μπορεί να δει ως συνέχεια, όχι ως αντικατάσταση.

Ο Τεττέη δεν προσπάθησε να μοιάσει στον Ιωαννίδη – διαφορετικό στυλ, διαφορετική διαδρομή – αλλά κάλυψε ακριβώς αυτή την ανάγκη: να υπάρχει πάλι ένας Ελληνας στην επίθεση που ο κόσμος να νιώθει πραγματικά δικό του.

Η σχέση αυτή δεν μένει στην εξέδρα, κατεβαίνει και στα σοκάκια. Κάθε παιδί που φοράει σήμερα φανέλα με το όνομα «ΤΕΤΤΕΗ» στην πλάτη δεν το κάνει μόνο επειδή σκοράρει· το κάνει επειδή βλέπει κάποιον που ξεκίνησε από εκεί που ξεκινάει κι εκείνο. Αυτό είναι το πραγματικό βάρος αυτής της σχέσης: δεν μετριέται σε γκολ ή σε βαθμολογίες απόδοσης, μετριέται στο πόσα παιδιά θα μεγαλώσουν πιστεύοντας πως ο δρόμος από τη γειτονιά ως το ΟΑΚΑ δεν είναι παραμύθι.

Ο κόσμος δεν χρειάζεται στατιστικές για να αγαπήσει έναν παίκτη, χρειάζεται μόνο να νιώσει πως εκείνος τον βλέπει σαν δικό του κι όχι σαν κοινό… κι όποιος έχει σταθεί ποτέ σε εξέδρα και είδε ένα δικό του παλικάρι να τρέχει προς εκεί, ξέρει πως αυτό δεν αντικαθίσταται με τίποτα.

Keywords
Τυχαία Θέματα