Τέχνη και πυροτέχνημα*

Παραστάσεις θεατρικές, μουσικές, χορού, όπερας, πολυθεάματα, «μονοθεάματα», όλη η χώρα ένα καλοκαιρινό φεστιβάλ. Για καλό το γράφω. Εντάξει, όχι ακριβώς. Η ποσότητα δεν εξασφαλίζει την ποιότητα· το αντίθετο, θα έλεγα. Ειδικά από τότε που η τέχνη έγινε μόδα. Διότι αυτό νομίζω ότι συμβαίνει και όχι ότι ξαφνικά γίναμε τόσο φιλότεχνοι. Μόδα που ήρθε και εγκαταστάθηκε μετά την οικονομική κρίση. Μία τάση που πήγε χέρι χέρι, μαζί με τη ριζοσπαστικοποίηση, όταν το γκλάμουρ έπαψε πλέον να είναι μόδα· ή, κατά περίσταση, η ελαφρά ταξιαρχία της showbiz, προσοδοφόρα για τους ίδιους. Στράφηκαν λοιπόν προς την τέχνη, κυρίως για να επικοινωνήσουν στα σόσιαλ μίντια (αυτές είναι οι καινούργιες «ταυτότητες», είδαμε τι έγινε με τη «Μήδεια») την αλλαγή προφίλ και τη στροφή στην «πχιότητα».

Δεν τις βλέπω εγώ τις κοσμικές κυρίες, τις στραφταλιστές τηλεπαρουσιάστριες – μη σου πω και πανελίστριες – να προσπαθούν να ισορροπήσουν τα τακουνάκια τους σε κατσάβραχα και κερκίδες; Ή τους απολογητές των μπουζουξίδικων να παρακολουθούν εκστασιασμένοι όσα πολύ αμφιβάλλω αν καταλαβαίνουν. Διότι η τέχνη, ακόμη και για τους αποδέκτες της, δεν είναι χόμπι που αποφασίζεις να υιοθετήσεις από σήμερα. Είναι τρόπος σκέψης και ζωής που καλλιεργείται μέσα στον χρόνο· είναι η αίσθηση της ποιητικότητας που χρειάζεται εξάσκηση για να την αφομοιώσει κάποιος. Δεν απαιτούνται μόνο γνώσεις – αυτές μπορεί να μην τις έχει και τόσο ανάγκη –, αλλά ένα ειδικό «κούρδισμα» ψυχής που θέλει μακροχρόνια αφοσίωση. Ο,τι άλλο είναι πυροτέχνημα.

Κι εσύ, βρε γκρινιάρα, λέω στον εαυτό μου, δεν σκέφτεσαι ότι έστω και ένας να καταφέρει να διακρίνει την τέχνη πίσω από το πυροτέχνημα, είναι για καλό; Ναι, αυτό για καλό είναι, ωστόσο βλέπω ότι και οι δημιουργοί, ακόμη και οι καλύτεροι – ειδικά στο θέατρο –, προσαρμόζουν τη δουλειά τους σε αυτή τη νέα σύνθεση του κοινού, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στην εντύπωση και λιγότερο στην ουσία. Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη εκλαμβάνονται ως επιθεώρηση, ενώ η σφραγίδα στο «διαβατήριο» ηθοποιών για την Επίδαυρο έχει πλέον καταργηθεί· γι’ αυτό και βλέπουμε ηθοποιούς του ενός σίριαλ σε πρωταγωνιστικούς ρόλους αρχαίου δράματος. Και ναι, κατά τη γνώμη μου, καλώς υπήρχε αυτό το «διαβατήριο». Δηλαδή χαζή ήταν η Λυδία Κονιόρδου που τραβιόταν για χρόνια στα χορικά, πριν αναλάβει τους πρώτους ρόλους;

Μέσα σε αυτή τη «συννεφιά» είδα πριν από λίγες εβδομάδες μία παράσταση χορού, τη «Χρυσή εποχή», και ήταν σαν να ξεπρόβαλε ένας φωτεινός ήλιος. Και ο λόγος που την αναφέρω τώρα, παρόλο που έχει κλείσει τον κύκλο της, είναι διότι έμαθα ότι απομακρύνθηκε από τη διεύθυνση του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ο δημιουργός της Κωνσταντίνος Ρήγος. Τι κρίμα… Ο Ρήγος έχει αποδείξει, όχι μόνο ότι μπορεί να διακρίνει το καλλιτεχνικό από το εμπορικό, αλλά να τα χειριστεί και τα δύο εξαιρετικά και να αφήσει μάλιστα το ένα να «ξεβάψει» διακριτικά στο άλλο.

Χρυσή εποχή

Το συναρπαστικό στην παράσταση, αυτό που με συγκίνησε μέχρι βουρκώματος, είναι η αμφισημία. Διότι αμφίσημη είναι η ίδια η ζωή μας. «Some dance to remember, some dance to forget», όπως τραγουδούν οι Eagles στο «Hotel California». Ετσι και η «Χρυσή εποχή», δεν ξέρεις αν είναι αυτή που φεύγει ή αυτή που έρχεται, αν είναι υπόσχεση ή αυτοκριτική, αν είναι δέσμευση ή απελευθέρωση.

Βρήκα δε συναρπαστικό το «Πιστεύω» του Ρήγου που ακούγεται στην παράσταση. Μια ωδή στις αυταπάτες, στις αυτοεξαπατήσεις, στα ψέματα, στη φαντασία και στις φαντασιώσεις, στα θηρία και στους μοναχούς, στα ρούχα του αυτοκράτορα, στις Αρκαδίες και στη Βαβέλ, στο δίκιο του Κάιν και στο δίκιο του Αβελ, στις κραυγές και στα γέλια, στο αποτέλεσμα μέσα από το χάος. Αμήν.

* Τίτλος εκπομπής που έκανε το 1989, στην κρατική τηλεόραση, ο Σταμάτης Φασουλής

Keywords