Τα «αφανή» κοινά αγαθά

Το νερό, τα δάση, οι σπόροι, η επιστημονική γνώση, οι αστικοί χώροι και τόσοι άλλοι πόροι, των οποίων τα οφέλη διαμοιράζονται οι κοινότητες των ανθρώπων, αποτελούν κοινά αγαθά από τα οποία εξαρτώνται η ευημερία και η ίδια η ζωή. Όταν μια κοινότητα διαχειρίζεται συλλογικά έναν πόρο με δικούς της κανόνες, τότε αναδύεται ένα κοινό. Συνεπώς, το κοινό δεν υπάρχει αφ’ εαυτού του.

Προϋποθέτει τρία στοιχεία: τον πόρο, την κοινότητα που τον διαχειρίζεται και τους κανόνες που ρυθμίζουν τις σχέσεις διακυβέρνησης. Οταν οι κανόνες υπέρ του κοινού οφέλους και της αειφορίας λείπουν, ο πόρος, είτε φθείρεται είτε περιφράσσεται στη σφαίρα του ιδιωτικού. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο να δημιουργηθεί ένα δίκαιο των κοινών, και το Δημόσιο να ασκεί «αγαθή επιστασία» υπέρ του κοινού συμφέροντος.

Η Ιταλία αποτελεί ένα παράδειγμα για το πώς μπορεί να γίνει αυτό. Οι ιδιωτικοποιήσεις της δεκαετίας του 1990 έκαναν φανερό τον κίνδυνο να χαθούν κρίσιμα δημόσια αγαθά. Επί κυβέρνησης Πρόντι, κατατέθηκε νομοθετική πρόταση για την τριμερή διαφοροποίηση της ιδιοκτησίας, σε δημόσια, ιδιωτική και των κοινών, με κριτήριο τη χρησιμότητα κάθε αγαθού.

Η ιδέα έγινε κοινωνικό αίτημα, και το 2011, σε δημοψήφισμα, το 95,4% υπερασπίστηκε το νερό ως κοινό αγαθό. Ανάμεσα σε πολλούς δήμους, η Μπολόνια αξιοποίησε την «οριζόντια επικουρικότητα» του ιταλικού Συντάγματος.

Ο Κανονισμός της Μπολόνια του 2014 επέτρεψε «συμφωνίες συνεργασίας» ανάμεσα στον δήμο και τις κοινότητες πολιτών για τη φροντίδα και την ανάπλαση αστικών χώρων. Σήμερα, παρόμοιες Συμπράξεις Δημοσίου – Κοινών εφαρμόζονται σε πάνω από 250 πόλεις.

Στην Ελλάδα υπάρχουν κοινά, αλλά είναι αόρατα για το δίκαιο, ως τέτοια. Το αρδευτικό σύστημα των Νικολαίικων Αχαΐας, το δάσος του Ράντη στην Ικαρία, οι σπόροι του Πελίτι, οι αλιείς της Αμοργού, το δίκτυο του Sarantaporo.gr και η Μεσοποταμία στο Μοσχάτο δείχνουν ότι η συλλογική διαχείριση μπορεί να είναι βιώσιμη και δημοκρατική. Ωστόσο, τα κοινά δεν αναγνωρίζονται θεσμικά. Το ισχύον δίκαιο προστατεύει αποσπασματικά ορισμένους μόνο πόρους, και όχι τα ίδια τα κοινά.

Για να καλυφθεί το κενό χρειάζονται παρεμβάσεις σε τέσσερις τομείς:

Πρώτον, απόδοση νομικής προσωπικότητας στις κοινότητες των κοινωνών. Οι υφιστάμενες μορφές, όπως το σωματείο και η ΑΜΚΕ, δεν ικανοποιούν τις ιδιαιτερότητές τους.

Δεύτερον, η υιοθέτηση μιας νέας κατηγορίας εξουσίασης του πόρου από την κοινότητα, μία «ενισχυμένη νομή» που ξεπερνά την αυστηρή διαίρεση δημόσιου – ιδιωτικού.

Τρίτον, ένα «δικαίωμα στα κοινά», που περιλαμβάνει την πρόσβαση, τη διαχείριση, τη διακυβέρνηση και τον δίκαιο διαμοιρασμό των ωφελημάτων, με ατομική αλλά και συλλογική διάσταση. Το δημοσιονομικό κόστος είναι ελάχιστο – ίσως και ανύπαρκτο – αφού στηρίζεται στην αποκέντρωση πόρων και εξουσίας.

Τέταρτον, το κράτος και η τοπική αυτοδιοίκηση στηρίζουν τις πρωτοβουλίες των πολιτών μέσα από Συμπράξεις Δημοσίου – Κοινών.

Σε έναν κόσμο όπου οι εξορυκτικές λογικές και η ιδιοποίηση των κοινών χώρων και πόρων επιταχύνονται, η νομική κατοχύρωση των κοινών δεν είναι πολυτέλεια· αποτελεί ανάγκη η αναγνώριση των κοινοτήτων που διαχειρίζονται κοινούς πόρους, με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Στη σχέση αυτή, το κράτος παραμένει εγγυητής του κοινού συμφέροντος.

Μία τέτοια νομοθετική παρέμβαση θα κατοχύρωνε την πρόσβαση και διακυβέρνηση των κοινών αγαθών, τη θεσμική αποκέντρωση, την εγγύηση της αειφορίας τους, και τη στήριξη των πρωτοβουλιών των πολιτών.

Ο Κωστής Τσιτσελίκης είναι καθηγητής Δικαίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Η Δώρα Κοτσακά είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης, συντονίστρια του Παρατηρητηρίου των Κοινών, «ΕΝΑ»

Keywords