Τα αδιέξοδα ως λύση

Οσο και αν ο Γκράχαμ Γκριν ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να ζήσει χωρίς βαθιά μέσα του μια πίστη σε κάτι που δεν καταστρέφεται (για την ακρίβεια, είχε χρησιμοποιήσει μια λέξη που μεταφραζόμενη κατά κυριολεξία σημαίνει «ανώλεθρο»), φαίνεται πως οι σύγχρονες κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης βέβαια, προεξάρχουσας μάλιστα, της ελληνικής, μπορεί να ζήσουν, και μάλιστα μια χαρά.

Να ζήσουν, αν και όλα γύρω τους προορίζονται,

αφού αντικατασταθούν, τελικά να εξαφανιστούν, χωρίς κανείς να τα θυμάται ή να τους αναγνωρίζει μια αξία που, αν δεν επανασυσταθεί, ο κόσμος θα έχει σε πολλά του σημεία ακρωτηριαστεί. Και βέβαια δεν είναι άμοιρη ευθυνών για αυτή τη συνθήκη η πολιτική – αν δεν είναι μάλιστα αυτή που τη δημιουργεί –, αλλά και την επιδεινώνει.

Τι εννοούμε ακριβώς: ακούμε τους πολιτικούς να μιλάνε, όντας βέβαιοι πως δεν συνιστούν παρά κάτι αναλώσιμο, πως αν δεν ήταν οι ίδιοι τη συγκεκριμένη στιγμή που μιλάνε, κάποιοι άλλοι θα ήταν στη θέση τους λέγοντας τα ίδια ακριβώς πράγματα. Αναπαράγοντας τις δοκιμασίες μιας ασφυκτικής και οδυνηρής, είναι αλήθεια, πραγματικότητας, αλλά χωρίς καμία αναφορά σε έναν «τόπο» πνευματικό ή καλλιτεχνικό που θα ξάνοιγε λίγο το χρώμα της.

Με αποτέλεσμα οι όποιες πρακτικές λύσεις να αναζητούνται στον χώρο της πολιτικής, που καθώς έχει αποδειχθεί αδιέξοδος, επόμενο είναι οι υπαγορευμένες λύσεις να είναι εξίσου αδιέξοδες. Σαν να έχουν συνεννοηθεί μεταξύ τους οι πολιτικοί, ώστε, πριν καν συναντηθούν σε μια τηλεοπτική συζήτηση ή και στη Βουλή, να είσαι σίγουρος εκ των προτέρων για το τι ακριβώς πρόκειται να πούνε, σε ποια σημεία θα διαφωνήσουν, σε ποια σημεία θα εξοργιστούν, όπως θα συνέβαινε αν έρχονταν στα χέρια. Μια τόσο προβλεπόμενη συνθήκη, ώστε δεν χρειάζεται ένα συγκεκριμένο γεγονός προκειμένου να πυροδοτηθεί μέσα τους ένα αίσθημα αγανάκτησης, θυμού ή οργής. Με έναν τόσο ετοιματζίδικο, μηχανιστικό αλλά και αμήχανο ταυτόχρονα τρόπο ειπωμένα όσα λένε, ώστε θα μπορούσαν να τα επαναλάβουν τα ίδια ακριβώς οποιαδήποτε στιγμή του εικοσιτετραώρου, φτάνει να υπήρχε ακροατήριο για να τους ακούσει.

Γεγονός που σημαίνει ότι, μέσα τους, δεν έχει θιγεί, πολύ περισσότερο εξεγερθεί ή επαναστατήσει ένα αντίστοιχο αίσθημα. Με την ίδια ακριβώς ρουτινιέρικη διάθεση που ένας μαγαζάτορας ανοίγει το κατάστημά του στις 8 το πρωί ή ένας φύλακας νυχτερινής βάρδιας στις 11 ακριβώς παρουσιάζεται στο πόστο του, οι πολιτικοί θα διαφωνήσουν μεταξύ τους, θα «εκραγούν» ή θα αλληλοπροπηλακιστούν, ζητώντας μάλιστα ο ένας από τον άλλον να ανακαλέσει όταν φτάνουν σε προσβλητικές εκφραστικά ακρότητες.

Εχεις συχνά την εντύπωση ότι ακόμα και η πιο οργανωμένη και στην εντέλεια σκηνοθετημένη θεατρική παράσταση δεν θα μπορούσε να συναγωνιστεί τον υποτιθέμενο, αυτοσχεδιαστικό οίστρο δύο, τριών ή και τεσσάρων πολιτικών, ενώ συζητάνε με τις τόσο πανομοιότυπες λέξεις και εκφράσεις όταν πρόκειται για πολιτικούς του ίδιου κόμματος, ώστε να τους αισθάνεσαι να μεταβάλλονται σε μια έντρομη και κακομοίρικη σύναξη – καθώς στόχος τους ήταν και παραμένει όσα θα φτάσουν στα αφτιά του «αρχηγού» για να αναβαθμιστούν στον κομματικό μηχανισμό. Πάντα όμως με το πρόσχημα της ιδεολογικής σύμπνοιας, που έχει γίνει το άλλο όνομα της απροσχημάτιστης, άμεσα και χειροπιαστά, επωφελούς σταδιοδρομίας.

Οπως σε «καθήκον» έχει μετονομαστεί για ορισμένους (τουλάχιστον) τηλεοπτικούς δημοσιογράφους η ομοβροντία ενός ακατάσχετου τηλεοπτικού κουτσομπολιού, ποια απόσταση δηλαδή κρατήθηκε σε μια δημόσια εμφάνιση ανάμεσα σε δύο πολιτικά «συντρόφια», που τα χωρίζει πλέον – λέμε τώρα – άβυσσος. Μέσα σε ένα αντίστοιχο κλίμα, το πρόβλημα είναι ένα και μοναδικό: τα οξύτερα πολιτικά προβλήματα που θα παρέμεναν εσαεί – αν αποτιμώνταν και ηθικά – μια πηγή ουσιαστικού προβληματισμού, να αποχρωματίζονται και να ξεπέφτουν σε ένα επίπεδο κουτσομπολιού, ενώ, αντίθετα, οι παράπλευρες, «διακοσμητικές» τους διαστάσεις να αναδεικνύονται ως προτεραιότητα ενός διαχρονικού, αν και νοσηρού, ενδιαφέροντος.

Keywords
Τυχαία Θέματα