Ψυχιατρική του μέλλοντος

Ας φανταστούμε ότι σε δέκα χρόνια από σήμερα επισκεπτόμαστε έναν ψυχίατρο. Εκείνος δεν περιορίζεται στις ερωτήσεις για το πώς αισθανόμαστε ή τι συμβαίνει στη δουλειά και στις σχέσεις μας. Εξετάζει, επίσης, τα αποτελέσματα μιας αιματολογικής εξέτασης. Ζητά μαγνητική εγκεφάλου. Αντλεί δεδομένα ακόμη και από το κινητό μας για τις συνήθειες του ύπνου και της ομιλίας μας. Στη συνέχεια, ένας αλγόριθμος συνδυάζει όλα αυτά τα στοιχεία και προτείνει τη θεραπεία που έχει τις περισσότερες πιθανότητες να λειτουργήσει για εμάς.

Δεν πρόκειται για σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Είναι το όραμα της

εξατομικευμένης ψυχιατρικής, όπως περιγράφεται σε πρόσφατο δημοσίευμα του επιστημονικού περιοδικού «Nature». Μόνο που ανάμεσα στο όραμα και στην καθημερινή ιατρική πράξη υπάρχει ακόμη αρκετή απόσταση.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Οντως, η ψυχιατρική αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα που δεν είναι καθόλου καινούργιο. Δύο άνθρωποι με την ίδια διάγνωση μπορεί να εμφανίζουν διαφορετικά συμπτώματα ή να ανταποκρίνονται εντελώς διαφορετικά στην ίδια θεραπεία. Ορισμένοι μάλιστα, χρειάζεται να δοκιμάσουν διαδοχικές θεραπείες μέχρι να βρουν εκείνη που τους βοηθά.

Γι’ αυτό και οι ερευνητές αναζητούν τώρα τρόπους να διακρίνουν καλύτερα αυτές τις διαφορετικές περιπτώσεις. Γενετικές αναλύσεις, απεικονίσεις του εγκεφάλου, βιολογικοί δείκτες και δεδομένα από ψηφιακές συσκευές θα μπορούσαν κάποτε να βοηθούν τους γιατρούς να επιλέγουν εξαρχής τη θεραπεία με τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας.

Υπάρχουν ήδη ενθαρρυντικά ερευνητικά ευρήματα. Δεν υπάρχουν, όμως, ακόμη αρκετά στοιχεία που να επιτρέπουν τη συστηματική εφαρμογή αυτών των μεθόδων στην κλινική πράξη.

Οσο λοιπόν οι επιστήμονες αναζητούν εκείνη την ερευνητική διαδρομή που θα τους οδηγήσει στη λύση, στη συζήτηση εισβάλλει μία μια ακόμη κρίσιμη παράμετρος. Ακόμη κι αν η εξατομικευμένη ψυχιατρική αποδειχθεί αποτελεσματική, ποιος θα έχει πρόσβαση σε αυτήν; Οι ακριβές εξετάσεις και οι νέες τεχνολογίες δεν είναι αυτονόητο ότι θα είναι διαθέσιμες σε όλους.

Η υπόσχεση είναι μεγάλη: λιγότερος χρόνος χαμένος σε θεραπείες που δεν λειτουργούν, μεγαλύτερη ακρίβεια και καλύτερες πιθανότητες για τον ασθενή. Στην πράξη όμως, έχει φανεί ότι ακόμη κι όταν η υπόσχεση γίνεται πραγματικότητα, τα νέα αυτά εργαλεία δεν χρησιμοποιούνται άμεσα από τα ασφαλιστικά ταμεία. Η αιτία; Η καινοτομία κοστίζει.

Δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά για να βρούμε παράδειγμα για το πώς η ιατρική του μέλλοντος μπορεί να σκοντάψει στην πραγματικότητα του παρόντος. Στον καρκίνο αποδεδειγμένα οι βιοδείκτες μπορούν να συμβάλουν στην επιλογή στοχευμένων θεραπειών. Το πρόβλημα είναι ότι η επιστημονική δυνατότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ισότιμη πρόσβαση.

Στην Ελλάδα, παρότι το θεσμικό πλαίσιο για την αποζημίωση ογκολογικών βιοδεικτών έχει τροποποιηθεί, η εφαρμογή του νέου πλαισίου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Οι διαπραγματεύσεις του ΕΟΠΥΥ με τα διαγνωστικά εργαστήρια συνεχίζονται, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να εξακολουθούν να μην έχουν εξασφαλισμένη κάλυψη για εξετάσεις που μπορεί να καθορίσουν την επιλογή της θεραπείας τους.

Keywords
Τυχαία Θέματα