Περιεκτική λιτότητα

Κάτω απ’ τον χαρακτηρισμό σύγχρονη ιταλική κωμωδία, με ρίζες που φθάνουν ως την κομέντια ντέλ’ άρτε, «Το θαύμα» («Miracolo») του Τζουζέπε Μάσα (Giuseppe Massa, 1978) κρύβει και, τελικά, φανερώνει πολλά ακόμα στοιχεία: θεατρικό έργο με κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο, άμεσα συνδεδεμένο με τη μεταναστευτική ιστορία του καιρού μας και του τόπου μας, όπως και τη νοοτροπία που έχει αναπτυχθεί γύρω απ’ τον «άλλον», τον «ξένο», η παράσταση βρίσκεται σε ανοιχτό

διάλογο με το Θέατρο του Παραλόγου και κυρίως με τον Μπέκετ.

Η συνθήκη που δημιουργεί ο Μάσα βασίζεται στο σκηνικό δίδυμο που συνθέτουν δύο ίδια και συγχρόνως ανόμοια μέλη, φαινομενικά αντιφατικά αλλά ουσιαστικά πλήρως αλληλεξαρτώμενα. Σαν τα μπεκετικά δίδυμα των Ντίντι και Γκόγκο («Περιμένοντας τον Γκοντό»), των Χαμ και Κλοβ («Το τέλος του παιχνιδιού») που «μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν». Στο «Θαύμα» το δίδυμο αποτελούν δύο αδέλφια, ο Μπερνάρντο και ο Αντόνιο, υπάλληλοι του δήμου μιας ιταλικής πόλης, νεκροθάφτες.

Η συνθήκη είναι κωμική αλλά εξαρχής φανερώνει την ιδιαιτερότητά της: το φέρετρο ενός νεκρού μετανάστη πρέπει να θαφτεί αλλά στο δημοτικό νεκροταφείο δεν έχουν απομείνει παρά δύο κενές θέσεις που οι δύο νεκροθάφτες προορίζουν για τους εαυτούς τους. Κι αφού ο νεκρός είναι μετανάστης, «μήπως και δεν είναι απαραίτητο να θαφτεί;». Μήπως και μια άλλη λύση μπορεί να βρεθεί;

Απ’ το να τον πετάξουν στη θάλασσα, να τον κάψουν, να τον βάψουν (γιατί είναι και μαύρος) ή να τον ρίξουν απ’ τον γκρεμό, επιλέγουν, τελικά, να επιχειρήσουν να τον αναστήσουν… Ανάμεσα στα κωμικά στοιχεία, άλλοτε υπαινικτικά και άλλοτε άμεσα, και στις φιλοσοφικές – θρησκευτικές αναζητήσεις, το έργο ισορροπεί με μαεστρία στον διπλό του στόχο. Κι έτσι, χωρίς να ξεφύγει απ’ τον δρόμο του – γράφτηκε μετά το ναυάγιο της Λαμπεντούζα –, καταφέρνει και αναδεικνύει τις κωμικοτραγικές πτυχές της ανθρώπινης φύσης, σκοτεινές και φωτεινές.

Η παράσταση

«Το θαύμα» σκηνοθέτησε στην ταράτσα της Στοάς – Culture (Αρσακείου) η Νικολέτα Φιλόσογλου, μια παραγωγή που είχε ήδη παρουσιαστεί σε περιοδεία εκτός των τειχών – πρεμιέρα στη Βέροια. Δύο ηθοποιοί, ένα φέρετρο, ένα ποδήλατο στολισμένο με λαμπιόνια και φώτα, και μια μεγάλη οθόνη από πίσω να λειτουργεί σαν θέατρο σκιών σε συνδυασμό με τους φωτισμούς αποτέλεσαν το σκηνικό σύμπαν. Με μια περιεκτική λιτότητα η σκηνοθέτις ανέδειξε το υπόβαθρο του προβληματισμού που φέρει το έργο, μακριά από κάθε διδακτισμό. Αντιθέτως, άφησε να διαφανεί η ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας, έτσι όπως τη βιώνουν άνθρωποι – με φόβο αλλά κι έναν κρυμμένο, τελικά, σεβασμό…

Ο Θανάσης Δήμου και ο Παναγιώτης Παναγόπουλος συνέθεσαν έξοχα το δίδυμο του «Θαύματος» με τις μπεκετικές προεκτάσεις που το ίδιο το έργο εμπεριέχει. Λειτούργησαν με τρόπο αυτόνομο αλλά και συμπληρωματικό ο ένας στον άλλον, διατηρώντας τη σκηνική τους προσωπικότητα. Η ερμηνεία τους, εξίσου λιτή και περιεκτική, ακολούθησε τη σκηνοθετική γραμμή και χάρισε ένα καθαρό αποτέλεσμα.

Το έργο είχε πρωτοπαρουσιαστεί στην Ελλάδα το 2019 απ’ τον ίδιο τον ιταλό δημιουργό και την ομάδα του, στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν.

Keywords
Τυχαία Θέματα