Παραλία ή κάλπη;

Τον Δεκαπενταύγουστο η Ελλάδα είναι στις παραλίες. Εκεί ακριβώς θα κριθεί και το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών – όποτε κι αν γίνουν. Στο τμήμα του εκλογικού σώματος που θα προτιμήσει, αντί της κάλπης, ένα φθινοπωρινό μπάνιο ή μια βόλτα στις ανθισμένες εξοχές του Μαΐου.

Αρχές Σεπτεμβρίου, οι πολιτικοί αρχηγοί θα αλληλοσπαράσσονται στη Θεσσαλονίκη με τρόπαιο μια καλή μέτρηση στα μέσα του μήνα, όταν οι εμφανίσεις τους στη ΔΕΘ θα έχουν αποτιμηθεί στον σφυγμό της συγκυρίας. Το αποτέλεσμα θα έχει ασφαλώς μια σημασία. Θα δείχνει την αποτελεσματικότητα των εξαγγελιών τους στο τμήμα των ψηφοφόρων που θα στοχεύσουν, σε απόλυτους όρους, αλλά και τη σχετική μεταξύ τους δυναμική: ποιες αποστάσεις κλείνουν και ποιες ανοίγουν στο ξεκίνημα ενός δρόμου που μόνο ένας από τους διαγωνιζόμενους, ο Πρωθυπουργός, ξέρει αν θα είναι αγώνας ταχύτητας ή αντοχής.

Οι μετρήσεις μετρούν όσους θέλουν να μετρηθούν. Αυτές τις ισορροπίες ξέρουμε και θα παρακολουθούμε. Ομως πολύ περισσότερα θα εξαρτηθούν όχι μόνο από το τι θα προτιμήσουν οι ψηφοφόροι, αλλά από το πόσοι θα θελήσουν τελικά να εκφραστούν με την ψήφο τους. Η αποχή πάντοτε έχει μεγαλύτερη θέση από αυτή που πραγματικά της αναλογεί στις μετεκλογικές αναλύσεις, με δραματικούς τόνους για την αποστροφή των πολιτών προς την εκλογική διαδικασία και την απαξίωση της πολιτικής. Στη δημοκρατία αποφασίζουν όσοι ψηφίζουν. Και, έμμεσα, όσοι δεν ψηφίζουν, αυξάνοντας τη σχετική αξία της επιλογής εκείνων που πηγαίνουν στο παραβάν. Αυτή τη φορά, η αποχή δεν θα καταλήγει απλώς σε μια μεγέθυνση των αποτελεσμάτων. Μπορεί να τα καθορίσει.

Κυρίως σε ό,τι αφορά τη Νέα Δημοκρατία. Η στόχευσή της είναι στη συσπείρωση και την κινητοποίηση ενός παραδοσιακού κοινού, τη διατήρηση μέρους τουλάχιστον των κεντρώων εισροών και τον περιορισμό των πιθανών εκροών προς τα Δεξιά. Ολα μαζί καταλήγουν σε ένα πεπερασμένο εύρος επιρροής: έναν αριθμό ψηφοφόρων που μπορεί – και πιθανότατα θα καταφέρει – να φέρει στην κάλπη της. Αυτός ο αριθμός, όμως, διαμορφώνει πολύ διαφορετικό ποσοστό, αν η αποχή εκτοξευθεί σε επίπεδα ευρωεκλογών ή χειρότερα, και πολύ διαφορετικό εάν συρρικνωθεί. Στο κοινό που είναι πιθανό να απέχει, η επιρροή της είναι δραστικά μικρότερη από ό,τι σε εκείνους που πάντοτε ψηφίζουν και θα ψηφίσουν. Και τα ποσοστά είναι κρίσιμα – από το 25% που δίνει «μπόνους» εδρών μέχρι το 30% που δίνει «αέρα» τρίτης τετραετίας.

Οι μετακινήσεις είναι αντίρροπες. Η εξάτμιση της «Ελπίδας» σίγουρα θα κατακερματίσει το μεγάλο ποσοστό που κατέγραφε στις παλαιότερες μετρήσεις. Κάποιοι θα μείνουν (αν φτάσει έως τις εκλογές), κάποιοι θα μετακινηθούν σε κόμματα (ευνοώντας το πρώτο κόμμα, αν είναι σχήματα που δεν θα φτάσουν το 3%), κάποιοι θα προσμετρηθούν στην αποχή. Από την άλλη πλευρά, καθώς το κόμμα Καρυστιανού φυλλορροεί, ευνοούνται σχηματισμοί στα δεξιά της ΝΔ – υπαρκτοί όπως του κ. Βελόπουλου ή μελλοντικοί όπως του κ. Σαμαρά.

Η ενίσχυσή τους θα δώσει σε δυσαρεστημένους συντηρητικούς ψηφοφόρους πολλαπλές επιλογές, δυσκολεύοντας τον επαναπατρισμό τους και, επιπλέον, μετατρέποντας την αποστασιοποίηση σε ψήφο διαμαρτυρίας. Και, τέλος, υπάρχει η μεγάλη, απροσδιόριστη δεξαμενή των νέων ψηφοφόρων, που επίσης δεν είναι προνομιακό κοινό για τη ΝΔ. Η στάση τους θα προσδιοριστεί στην τελική ευθεία. Η δική τους δυναμική, η παρουσία ή η απουσία τους, θα αποδειχθεί η λυδία λίθος, τουλάχιστον στην πρώτη κάλπη.

Keywords