Όταν η κυβέρνηση προδικάζει

Η απόφαση Μαρινάκης κατά Ελλάδας, που δημοσιεύθηκε στις 23 Ιουνίου 2026 και δικαιώνει τον προσφεύγοντα λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, έρχεται να μας θυμίσει ότι η διάκριση των λειτουργιών σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος δικαίου έχει ευαίσθητες χορδές. Η θεσμική ισορροπία δεν κλονίζεται μόνο με θεαματικές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη.

Κλονίζεται και με δηλώσεις υπουργών που, ενώ εμφανίζονται ως πολιτικός σχολιασμός, προκαταλαμβάνουν μία δικαστική κρίση.

Οι εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες που αφορούν πρόσωπα γνωστά στο ευρύ κοινό (public divs, κατά την ορολογία που χρησιμοποιείται διεθνώς) μπορούν, υπό όρους, να αποτελούν αντικείμενο δημόσιου σχολιασμού. Η κοινωνία έχει εύλογο ενδιαφέρον να πληροφορείται για υποθέσεις με ιδιαίτερη δημόσια σημασία. Ο δημόσιος λόγος, όμως, και πολύ περισσότερο οι δημόσιες τοποθετήσεις υπουργών, οφείλουν να σέβονται μια θεμελιώδη δικαιοκρατική διάκριση: άλλο η αναφορά στην ύπαρξη ποινικής έρευνας ή δίωξης και άλλο η απόδοση ενοχής πριν από τη δικαστική κρίση.

Απέναντι στην πρόωρη απόδοση ενοχής λειτουργεί το τεκμήριο αθωότητας. Πρόκειται για μία εγγύηση που επιτελεί διττή λειτουργία: Πρώτον, προστατεύει την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν έχει ακόμη κριθεί ένοχος. Δεύτερον, διασφαλίζει τη δίκαιη δίκη και την ανεξαρτησία των δικαστών. Δηλώσεις που προεξοφλούν την ενοχή πλήττουν την έννομη σφαίρα του κατηγορουμένου, διότι διαμορφώνουν μία κοινωνική προσδοκία καταδίκης και, όταν ειδικά συνοδεύονται από υπόμνηση πειθαρχικών εξουσιών εκ μέρους του υπουργού Δικαιοσύνης, μετατρέπονται σε θεσμική πίεση προς τη Δικαιοσύνη.

Στην υπόθεση του κ. Μαρινάκη, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ ως προς τρεις πηγές δηλώσεων: τα κυβερνητικά «non papers», τις δηλώσεις του υπουργού Αμυνας και τις δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης. Η κρίση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι κατά το δικαστήριο, οι δηλώσεις του τελευταίου θα μπορούσαν να εκληφθούν ως απειλή προς στους δικαστές που χειρίζονταν την υπόθεση ή ως άσκηση πίεσης ως προς την έκβαση της διαδικασίας, ιδίως επειδή ο εν λόγω υπουργός υπενθύμισε τις πειθαρχικές του αρμοδιότητες έναντι των δικαστών.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης, όμως, είναι ο κυβερνητικός φορέας που συνδέεται θεσμικά με την οργάνωση και την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων. Οταν κάνει λόγο για εκκρεμή ποινική υπόθεση και, στο ίδιο πλαίσιο, υπενθυμίζει τις πειθαρχικές αρμοδιότητές του έναντι των δικαστών, υπερβαίνει τα όρια της πολιτικής άποψης. Παράγει πίεση. Δείχνει κατεύθυνση. Στέλνει μήνυμα για το ποια δικαστική έκβαση θα θεωρηθεί θεσμικά ανεκτή.

Η μεταγενέστερη πορεία της υπόθεσης προσδίδει στην απόφαση τη δύναμη θεσμικού παραδείγματος: ο κ. Μαρινάκης απαλλάχθηκε με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, το οποίο κατέστη αμετάκλητο τον Ιανουάριο του 2025. Σε συνθήκες κρίσης εμπιστοσύνης, ο σεβασμός εκ μέρους της εκτελεστικής λειτουργίας προς τη δικαστική αποκτά ιδιαίτερη πολιτική, αλλά και κοινωνική σημασία. Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη θεμελιώνεται στην πραγματική και ορατή στους πολίτες ανεξαρτησία της. Το κράτος δικαίου είναι μια αρχιτεκτονική ορίων, μέσα στην οποία η εκτελεστική εξουσία αντλεί τη νομιμοποίησή της (και…) από τον αυτοπεριορισμό της έναντι της δικαστικής.

Ο δρ. Αναστάσιος Παυλόπουλος είναι δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω, συνταγματολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Δίκαιο των ΜΜΕ – Κρίσιμες σταθμίσεις της δημοσιογραφικής ελευθερίας», 2026.

Keywords
Τυχαία Θέματα