Οι ζωές των άλλων

Το περασμένο Σάββατο έγινε η πρώτη μάζωξη της παρέας για την επίσημη έναρξη της σεζόν. Εβαλα κι εγώ το πρώτο μου μακρυμάνικο, φόρεσα και τα πρώτα μου κλειστά παπούτσια, πήρα και τα γλυκά μου και κατέπλευσα στο σπίτι του φίλου μου.

Με το που μπήκα, πριν ακόμα προλάβω να τσεκάρω παρουσίες κι απουσίες, η ερώτηση ήρθε, λες και όχι από ανθρώπινα χείλη, αλλά σαν να βγήκε από τους τοίχους του σαλονιού – κάτι σαν υγρασία δηλαδή. «Εσύ με ποιον είσαι; Με τη Βίσση ή τον Καρβέλα;». «Εγώ από μικρή ήμουν με τον Ολυμπιακό» είπα, για να κερδίσω χρόνο ώστε να μπορώ να διαχειριστώ κάπως την αμηχανία μου.

Να διευκρινίσω εδώ κάτι. Η παρέα μου δεν αποτελείται από μέλη της Ακαδημίας Αθηνών – ούτε κατά προσέγγιση. Αλλά τέλος πάντων, είναι επιστήμονες, σοβαροί επαγγελματίες, επιχειρηματίες, πολυάσχολοι, δραστήριοι, με γεμάτα 24ωρα και ακόμη πιο γεμάτες, από άποψη εμπειριών, ζωές.

Να πω ότι δεν μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που με υποδέχτηκαν, θα πω ψέματα. Και επειδή ήταν μοιραίο να ανοίξει η σχετική συζήτηση, στην πρώτη φάση βρέθηκα στην αμήχανη θέση να πρέπει να υπερασπιστώ τους συναδέλφους μου. «Μα μας έχουν μουρλάνει στα κανάλια. Δεν υπήρξε τις τελευταίες ημέρες εκπομπή που, στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειάς της, να μην ασχοληθεί με αυτό το θέμα, ακόμη και στις ειδήσεις παίζει» μου έλεγαν.

Δεν πάει έτσι όμως· διότι δεν υπάρχει επίσης εκπομπή, υπεύθυνος καναλιού, σάιτ ή εντύπου που να θέλει από μόνος του να βάλει φωτιά στα μπατζάκια του. Στην τηλεόραση καταγράφεται η θεαματικότητα ανά τέταρτο, στα σάιτ μετράνε τα κλικ. Ξέρουν λοιπόν πολύ καλά τι πουλάει και αυτό τρατάρουν στο κοινό.

Πάμε όμως παρακάτω. Γιατί μας ενδιαφέρει τόσο πολύ αυτή η υπόθεση και γιατί πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε άποψη για ένα θέμα περί του οποίου, στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε παρά φήμες. Κάποιος είπε, κάποια άκουσε, κάποιος έφυγε, κάποιος έμεινε, κάποιος ζήτησε, κάποιοι δεν έδωσαν. Ακόμη και οι «ανοιχτές επιστολές» των δύο καλλιτεχνών, δεν αποκωδικοποιούνται τόσο εύκολα, αφού μιλάμε για μία σχέση μεταξύ τους που κρατάει πάνω από σαράντα χρόνια, και μάλιστα έχει και έντονο το στοιχείο της αλληλοεξάρτησης. Εχουμε, όμως, μια εξαιρετική ικανότητα να παράγουμε, από μισόλογα και φήμες, ολοκληρωμένα σενάρια.

Ξέρω πολύ καλά τις συνθήκες της ποπ κουλτούρας. Καταλαβαίνω πως, όταν μιλάμε για ποπ είδωλα, μας ενδιαφέρει και η προσωπική τους ζωή. Αλλά όταν πρόκειται για τέτοιου είδους υπαρξιακές συγκρούσεις, η εμμονή και αυτά τα «Με τη Βίσση ή με τον Καρβέλα», δεν είναι, ούτε περιέργεια ούτε καν κουτσομπολιό. Είναι νοσηρότητα, πρόκειται για μια προσαρμογή στη σόου μπιζ και στα δικά μας δεδομένα, της ταινίας του Νόνερσμαρκ «Οι ζωές των άλλων». Που είδαμε πριν από είκοσι, σχεδόν, χρόνια, αλλά που παίζουμε καθημερινά, παριστάνοντας τον Γκερτ Βίσλερ. Μήπως το ίδιο δεν έγινε και με τον Μαζωνάκη που, μετά τον θάνατό του, η αποκάλυψη των προσωπικών του δεδομένων και τα περί εξαρτήσεων – θέματα δηλαδή για τα οποία ο ίδιος δεν μπορούσε να μιλήσει – πλασαρίστηκαν ως δημοσιογραφική άποψη;

Εχω την εντύπωση ότι ασχολούμαστε με τις ζωές των άλλων, επειδή δεν έχουμε τα κότσια να ασχοληθούμε με τις δικές μας· επειδή φοβόμαστε ότι θα διαπιστώσουμε πως είμαστε απόντες από τη δουλειά μας, από το σπίτι μας, από το κρεβάτι μας. Γι’ αυτό και η σύνδεση με το πολυπληθές. Γι’ αυτό και τα «Οσα έχω ζήσει τα έχει πει η Βίσση», «Οσο ζω Μαζώ» και το παλαιότερο «Βασίλη ζούμε, για να σ’ ακούμε».

Περασμένα μεγαλεία

Είδα φωτογραφίες από το φετινό φεστιβάλ της «Αυγής». Οχι τρεις, αλλά δυο κι ο κούκος – σαν τελειωμένη διαδήλωση που λέγαμε παλιά. Ειλικρινά, μ’ έπιασε βαθιά μελαγχολία, θυμήθηκα αλλοτινά μεγαλεία. Τότε που θεωρούσαμε υποχρέωση στη νιότη μας να βρισκόμαστε σε αυτό το φεστιβάλ, ακόμη κι αν δεν ψηφίζαμε το κόμμα που εκπροσωπούσε. Και θεωρώ ότι αυτή η κατάντια είναι απόλυτη ευθύνη (ή μήπως επιλογή;) του Αλέξη Τσίπρα και όσων τον διαδέχθηκαν. Κρίμα.

Keywords
Τυχαία Θέματα