Ο Τραμπ επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη

Πέντε χρόνια συμπληρώνονται αυτόν τον μήνα από τη χαοτική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την Καμπούλ. Η εισβολή και κατοχή του Αφγανιστάν, που υποστηρίχθηκε από το ΝΑΤΟ και ξεκίνησε μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον, θεωρείται πλέον ευρέως αποτυχημένη. Κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 2.400 Αμερικανούς και 450 Βρετανούς στρατιώτες, καθώς και σε δεκάδες χιλιάδες αμάχους (ο ακριβής αριθμός παραμένει άγνωστος).

Παρότι οι τρομοκράτες της Αλ Κάιντα εξουδετερώθηκαν, οι Ταλιμπάν, που τους φιλοξενούσαν, επανέφεραν την καταπιεστική, μισογυνική ισλαμιστική διακυβέρνησή τους όταν ανέκτησαν την εξουσία το 2021. Το Αφγανιστάν κατέστη συνώνυμο του απερίσκεπτου δυτικού παρεμβατισμού και της προσπάθειας οικοδόμησης κράτους. Ηταν το κατεξοχήν παράδειγμα του «πολέμου χωρίς τέλος», έκφραση που πρωτοδιατυπώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ.

Αν αυτή η ιστορία είχε κάποια αξία με διάρκεια, αυτή έγκειται στον αποτρεπτικό της ρόλο για πολιτικούς και στρατηγούς που θα μπορούσαν να μπουν στον πειρασμό να εμπλακούν απερίσκεπτα σε συγκρούσεις ακαθόριστης διάρκειας, χωρίς βάσιμη αιτία, χωρίς σαφώς καθορισμένους και εφικτούς στόχους και χωρίς στρατηγική εξόδου.

Είναι απογοητευτικό το γεγονός ότι το μάθημα του «πολέμου χωρίς τέλος» χρειάστηκε να διδαχθεί ξανά στο Ιράκ, στο οποίο οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο εισέβαλαν το 2003 και το εγκατέλειψαν, αφού προκάλεσαν τεράστια ζημιά με ελάχιστο όφελος, το 2011.

«Ποτέ ξανά!» ήταν τότε η παθιασμένη κραυγή και παραμένει έκτοτε. Κι όμως, φαίνεται ότι το ίδιο καταστροφικό μοτίβο επαναλαμβάνεται τώρα, έπειτα από την ακατανόητα ανόητη απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν. Ενας πόλεμος που ο ίδιος χαρακτήρισε «μια μικρή εκδρομή» εισέρχεται πλέον στον έκτο μήνα του και κλιμακώνεται ραγδαία. Κι αυτός δίνει την αίσθηση ενός πολέμου χωρίς τέλος.

Το ότι αυτός ο εφιάλτης επαναλαμβάνεται ξεπερνά κάθε λογική. Πώς είναι δυνατόν; Πέρα από τις άμεσες αιτίες του πολέμου, οι απαντήσεις μπορεί να βρίσκονται στις επίμονες αμερικανικές υπερβολές και παρανοήσεις σχετικά με το επίπεδο και την έκταση των εξωτερικών απειλών, σε συνδυασμό με πολιτική ανεντιμότητα, εθνική αλαζονεία, αφέλεια και έναν άστοχο ιδεαλισμό.

Ανακαλώντας την οδυνηρή αμερικανική εμπειρία στο Αφγανιστάν, ο Κάρτερ Μαλκάσιαν, καθηγητής στο National War College, ο οποίος υπηρέτησε ως πολιτικός σύμβουλος των αμερικανικών δυνάμεων, υποστηρίζει ότι η βασική παραδοχή για τη διατήρηση στρατευμάτων στο Αφγανιστάν επί 20 χρόνια – η πεποίθηση ότι διαφορετικά η χώρα θα μετατρεπόταν ξανά σε ασφαλές καταφύγιο για τη διεθνή τρομοκρατία – ήταν μοιραία λανθασμένη.

«Τίποτε τέτοιο δεν συνέβη. Τα τελευταία πέντε χρόνια ούτε μία τρομοκρατική επίθεση κατά των Ηνωμένων Πολιτειών δεν πραγματοποιήθηκε από ομάδα που είχε έδρα το Αφγανιστάν», έγραψε ο Μαλκάσιαν. «Η Ουάσιγκτον δαπάνησε περίπου 1 τρισεκατομμύριο δολάρια για τον πόλεμο. Περισσότεροι από 775.000 αμερικανοί στρατιωτικοί αναπτύχθηκαν στην περιοχή… όλα αυτά για να αντιμετωπιστεί μια απειλή που αποδείχθηκε υπερβολικά διογκωμένη».

«Πέντε χρόνια μετά, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μήπως εμφανιστεί ξανά στο Αφγανιστάν ένα ασφαλές καταφύγιο για τρομοκράτες. Η σοβαρότερη απειλή προέρχεται από τον κίνδυνο της συλλογικής λήθης». Με λίγα λόγια, οι «φόβοι της στιγμής» δεν θα πρέπει να επισκιάζουν τις μνήμες για το τρομερό μακροπρόθεσμο κόστος – ανθρώπινο, οικονομικό και γεωπολιτικό – των ατέρμονων πολέμων χωρίς τέλος.

Αν ο πόλεμος στο Αφγανιστάν διεξήχθη στη βάση μιας εσφαλμένης παραδοχής, ακόμη περισσότερο ίσχυε αυτό για την εισβολή στο πετρελαιοπαραγωγό Ιράκ. Ο ισχυρισμός του Τζορτζ Μπους το 2002 ότι το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε αποθέματα άμεσα χρησιμοποιήσιμων χημικών και βιολογικών όπλων και επιδίωκε την απόκτηση πυρηνικής βόμβας αποδείχθηκε αναληθής. Αναληθής αποδείχθηκε επίσης και ο ισχυρισμός του τότε αντιπροέδρου Ντικ Τσένι ότι το Ιράκ «βοηθά και προστατεύει» την Αλ Κάιντα.

Η επακόλουθη κατοχή και εξέγερση αποτέλεσαν μέρος ενός ακόμη μεγαλύτερου «πολέμου χωρίς τέλος» – του «παγκόσμιου πολέμου κατά της τρομοκρατίας» του Μπους. Σύμφωνα με το πρόγραμμα Costs of War του Πανεπιστημίου Brown, εκτιμάται ότι 940.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν από τη βία που ακολούθησε την 11η Σεπτεμβρίου στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Συρία, την Υεμένη και το Πακιστάν μεταξύ 2001 και 2023. Εως και 3,8 εκατομμύρια ήταν τα έμμεσα θύματα στις εμπόλεμες ζώνες της περιόδου μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Είναι εύκολο να κρίνει κανείς εκ των υστέρων αποφάσεις για πόλεμο και ειρήνη που ελήφθησαν υπό την πίεση φρικτών γεγονότων. Πολύ δυσκολότερο είναι να δικαιολογηθεί η ανέντιμη προώθηση πολιτικών, στρατιωτικών και εμπορικών σκοπιμοτήτων, καθώς και η χειραγώγηση των πληροφοριών και της κοινής γνώμης.

Ο Simon Tisdall είναι σχολιαστής του «Guardian» για εξωτερικά θέματα, πρώην συντάκτης της εφημερίδας, ανταποκριτής στον Λευκό Οίκο, συγγραφέας και σχολιαστής του «Observer»

Keywords