Ο φόβος του πλήθους

Οπως έχει γραφτεί συχνά, η ιστορία της διαμόρφωσης των σύγχρονων δημοκρατιών και της κατοχύρωσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων, από το καθολικό εκλογικό δικαίωμα, έως το κοινωνικό κράτος ή την περιβαλλοντική προστασία, είναι και μια ιστορία μεγάλων λαϊκών κινητοποιήσεων, συγκρούσεων με τις δυνάμεις καταστολής και ταραχών.

Αυτό εξηγεί γιατί πολύ συχνά αυτό που την ώρα που ήταν σε εξέλιξη οι διαδηλώσεις περιγραφόταν από τους εκπροσώπους της πολιτικής εξουσίας ως «όχλος», στη συνέχεια καταγράφονταν στην

ιστορία, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που διδάσκεται στα σχολικά βιβλία, ως ηρωικός λαός. Για να μην αναφερθούμε στο γεγονός ότι εξακολουθούμε να προσυπογράφουμε το ιστορικό αφήγημα που θέτει τη Γαλλική Επανάσταση, που και αυτή ως «μαζική ταραχή» ξεκινά, ως μία βασική αφετηρία της συνταγματικής ιστορίας.

Ομως, στην εποχή του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού», ιδίως στην τρέχουσα περίοδο του ακροδεξιού rebranding του, η συστηματική εχθρότητα απέναντι σε κάθε έννοια μαζικής κινητοποίησης γίνεται ολοένα και περισσότερο ο κανόνας.

Μπορεί μια προηγούμενη πολιτική ευπρέπεια να υποχρεώνει στη διάκριση ανάμεσα σε «ειρηνικούς διαδηλωτές» και «ταραξίες», όμως γνωρίζουμε καλά ότι την ίδια την ώρα των επιθέσεων των δυνάμεων καταστολής η διάκριση αυτή εύκολα ξεπερνιέται. Αλλωστε, εάν κανείς παρακολουθήσει τη ρητορική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων θα δει να κυριαρχεί η θέση ότι δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος κινητοποίησης.

Ακόμη και όταν κάποιοι από τους εκπροσώπους της πολιτικής εξουσίας αναγκάζονται να παραδεχτούν ότι υπάρχουν και κάποια «δίκαια αιτήματα», την ίδια στιγμή υπάρχει μια ολόκληρη ομοβροντία επιχειρημάτων από την «ανάπτυξη» έως τη δημοσιονομική πειθαρχία», που καταλήγουν στην ίδια βασική θέση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει, ότι οποιαδήποτε παρέκκλιση θα οδηγήσει σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό, ότι η υπερσυσσώρευση πλούτου δεν μπορεί για οποιοδήποτε λόγο να θιγεί, και ότι οι πολίτες θα πρέπει να επενδύσουν στην ατομική τους «ανθεκτικότητα» μέσα σε κοινωνίες ολοένα και πιο μειωμένων εγγυήσεων και προσδοκιών.

Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε μαζική κινητοποίηση, ιδίως όταν παίρνει συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως διατάραξη της κοινωνικής ηρεμίας και να περιέλθει στην αρμοδιότητα των ολοένα και πιο στρατιωτικοποιημένων αστυνομικών δυνάμεων.

Ολα αυτά υπογραμμίζουν κάτι που η πολιτική φιλοσοφία του 17ου αιώνα – και ιδίως ο Σπινόζα – είχε αναδείξει: ότι η κρίσιμη παράμετρος στο ξεδίπλωμα των μαζικών πολιτικών μορφών που σφραγίζουν τη νεωτερικότητα είναι ο φόβος του πλήθους και για την ακρίβεια ο συσχετισμός ανάμεσα στον φόβο που εμπνέουν στο πλήθος οι φορείς εξουσίας και τον φόβο που το πλήθος μπορεί να εμπνεύσει σε όσους ασκούν εξουσία.

Εάν για αρκετό καιρό η πειθαρχική διάσταση του νεοφιλελευθερισμού (π.χ. ο φόβος της απώλειας εργασίας και εισοδήματος) μπορούσε να επιβάλει ένα επίπεδο φόβου στις κοινωνίες, η τρέχουσα βαθιά κρίση νομιμοποίησής του και η αγωνία από την έκρηξη του κόστους ζωής και την κοινωνική ανασφάλεια σημαίνει ότι πλέον ο φόβος αλλάζει στρατόπεδο και περνά σε όσους ασκούν αυτή την πολιτική.

Keywords
Τυχαία Θέματα