Ο ευρωπαϊκός εκλογικός μαραθώνιος

Ας προσπεράσουμε τον κτηνώδη κυνισμό με τον οποίο ο ακατονόμαστος ένοικος του Λευκού Οίκου ξεπουλάει τον ουκρανικό λαό ενόψει των επερχόμενων ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Ας ελπίσουμε ότι οι δημοσκοπήσεις που προβλέπουν την ήττα του, θα επαληθευτούν.

Θα είναι μια καλή είδηση για τον κόσμο που ζει τις επιπτώσεις μιας αλλοπρόσαλλης αμερικανικής ηγεσίας. Και θα είναι διπλά καλή είδηση για την Ευρώπη να υπάρχει ένας πρόεδρος με τη στάμπα της αποτυχίας και υποβαθμισμένη θεσμική ισχύ.

Γιατί; Γιατί στο διάστημα 2026-2027 η Ευρώπη θα τρέξει έναν εκλογικό μαραθώνιο. Θα γίνουν εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις σε εννιά χώρες της ΕΕ και περιφερειακές εκλογές σε αρκετά κρατίδια της Γερμανίας. Στις περισσότερες προβλέπεται μετατόπιση του πολιτικού φάσματος στα δεξιά και ενίσχυση της Ακροδεξιάς, με κρισιμότερη την περίπτωση της Γαλλίας με τη Λε Πεν. Την τελική εικόνα θα την ξέρουμε στον τερματισμό του ευρωπαϊκού μαραθωνίου, από τώρα όμως κάποια πράγματα φαίνονται.

Το πρώτο είναι ότι ο εκλογικός μαραθώνιος εξελίσσεται σε μια ενιαία ατμόσφαιρα διεθνούς αβεβαιότητας, κοινωνικής δυσφορίας, οικονομικής δυσκολίας και δημοσιονομικής στενότητας. Υπάρχουν πλέον πολλά πειστήρια ότι ζούμε το τέλος της μεταπολεμικής Ευρώπης, που είτε υπό τη συντηρητική, είτε υπό τη χριστιανοδημοκρατική, είτε υπό τη σοσιαλδημοκρατική παράταξη, διέγραψε μια πρωτοφανή ιστορική τροχιά ειρήνης, ανάπτυξης, προόδου και ελευθερίας. Τώρα βαδίζουμε σε άγνωστα και αβέβαια μονοπάτια. Η ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση σε αυτό το τοπίο παρουσιάζει δύο όψεις. Η μία είναι η επιφανειακή, φωνακλάδικη, και συνήθως ηλίθια, που εξαντλείται στη συγκυρία, στην ευκολία και στη δημαγωγία. Η άλλη εξελίσσεται σε βαθύτερο επίπεδο, είναι πιο καίρια, γιατί αφορά τις ιδέες, τις αξίες και τις βασικές πολιτικές κατευθύνσεις που θα δώσουν μορφή στη σημερινή μεταβατική φάση και θα επικρατήσουν σε μακρύτερο ορίζοντα. Ή αλλιώς, αντιπαράθεση με όρους ιδεολογικής ηγεμονίας. Για άλλη μια φορά, ο Μεσοπόλεμος προσφέρεται για ιστορικούς παραλληλισμούς, τηρουμένων των αναλογιών και όλων των αναγκαίων αποστάσεων.

Αν αυτό είναι το βαθύτερο πλαίσιο της εποχής, τότε ο ευρωπαϊκός εκλογικές μαραθώνιος 2026-2027 δεν θα είναι, ούτε θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια διαδοχή εθνικών αναμετρήσεων. Και αν επιβεβαιωθεί η πολιτική σύγκλιση προς τα δεξιά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν θα πρόκειται για συμπωματική συναστρία εθνικών αποτελεσμάτων. Θα είναι μια ουσιαστική καταγραφή των συσχετισμών στη μάχη για την ηγεμονία της επερχόμενης νέας εποχής.

Η Ακροδεξιά με τα διάφορα ονόματα που της δίνονται (ριζοσπαστική, εξτρεμιστική, λαϊκιστική, εθνικιστική, κ.ά.) αποδείχτηκε ικανότερη να ανταποκριθεί στις συνθήκες της κρίσης και της αβεβαιότητας, γεγονός που την έφερε από το περιθώριο στο κέντρο της πολιτικής ζωής στις περισσότερες χώρες. Το φράγμα που είχαν υψώσει τα «συστημικά» κόμματα, πρωτίστως τα συντηρητικά, για να την αποκλείσουν από κυβερνητικές συνεργασίες και παραταξιακές συμμαχίες έχει πέσει ουσιαστικά. Πρόβαλε έναν λόγο εναντίον των μεταναστών, της παγκοσμιοποίησης, των «Βρυξελλών», και σε ορισμένες περιπτώσεις της Ουκρανίας. Παράλληλα αξιοποίησε ιδιαίτερα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στο κλίμα και στο ύφος των οποίων ταιριάζει άλλωστε ο λόγος της.

Η επιτυχία της δεν βασίστηκε στο πρόγραμμα ή στις λύσεις που προτείνει, ούτε στον «αντισυστημικό» λόγο της, γιατί σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να ωφεληθεί και η Αριστερά. Οι κοινωνικοί επιστήμονες και οι δημοσκόποι τεμαχίζουν τις αιτίες και αναζητούν τις κοινωνικές και πολιτισμικές μεταβλητές που μπορούν να ερμηνεύσουν την άνοδο της Ακροδεξιάς. Προσωπικά πιστεύω ότι όπως έχουν δείξει η Ιστορία και η μεγάλη λογοτεχνία, σε τέτοιες περιόδους, πίσω από τα επιμέρους, λειτουργεί ένας βαθύτερος υπαρξιακός παράγοντας εμφανούς ή υπόγειας ανασφάλειας καθώς χάνονται τα σταθερά σημεία της απερχόμενης εποχής. Αν έτσι είναι, το ισχυρό χαρτί της Ακροδεξιάς ήταν η υπόσχεση «επιστροφής στο έθνος – κράτος», η επιστροφή σε έναν κόσμο ήδη γνωστό, άρα ασφαλέστερο. Είναι μια ψευδής και ουτοπική υπόσχεση που όμως απαντά στο αίσθημα ανασφάλειας ενός μέρους της κοινωνίας, ιδίως μάλιστα των αδύναμων και λιγότερο μορφωμένων στρωμάτων, εξού και η επιτυχία της στην εργατική τάξη.

Είναι προφανές ότι το πρώτο θύμα μιας ενδεχόμενης επικράτησης των εθνικοκυριαρχικών τάσεων στις μεγάλες χώρες, θα είναι η Ενωμένη Ευρώπη. Το λιγότερο θα αναστείλουν και θα αποδιαρθρώσουν τη διαδικασία σύγκλισης, που έτσι κι αλλιώς αγκομαχάει. Περίεργη, μα την αλήθεια, ιστορική συγκυρία! Από τη μια, όλα γύρω φωνάζουν ότι καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν μπορεί να σταθεί μόνη της στον διεθνή γεωπολιτικό ανταγωνισμό των κρατών – ηπείρων, ότι μια χαλαρή και αναποφάσιστη Ευρώπη θα συνθλιβεί στη μέγγενη που απεργάζεται το δίδυμο Τραμπ – Πούτιν. Η Σουηδία και η Φινλανδία μπήκαν στο ΝΑΤΟ φοβούμενες πια τη μοναξιά της ιστορικής τους ουδετερότητας, ο Καναδάς και η Νορβηγία προσεγγίζουν την Ευρώπη για τους ίδιους λόγους, και στη Βρετανία αναρωτιούνται αν και πόσο λάθος ήταν το Brexit. Και όταν από το εξωτερικό περιβάλλον έρχονται αυτά τα μηνύματα, στο εσωτερικό των κοινωνιών της ΕΕ αναδύεται μια αντίθετη δυναμική, καθώς η κοινωνική δυσαρέσκεια διοχετεύεται σε εθνικοκυριαρχικά ακροδεξιά κόμματα.

Προφανώς τα ανακλαστικά των ηγεσιών της Ευρώπης, των ιστορικών κομμάτων της, και των πνευματικών ελίτ δεν ανταποκρίθηκαν στο έκτακτο των περιστάσεων. Παρά τα μεγάλα βήματα που έγιναν, οι ενωσιακές διαδικασίες αποφάσεων συνέχισαν στους παλιούς ρυθμούς. Σε μια περίοδο ραγδαίων αλλαγών οπότε αναδιατάσσονται οι σχέσεις εθνικού – διεθνούς στις προσλαμβάνουσες, στην καθημερινότητα και στις αντιλήψεις των πολιτών, ο υπερεθνικός θεσμός, η ΕΕ εν προκειμένω, καλείται να αναπληρώσει τις απώλειες ισχύος, ταυτίσεων και συμβολισμών που ως τότε αναλογούσαν στο εθνικό κράτος. Αν αποτύχει, αν μείνει στη μέση του ποταμού, τότε ενισχύεται η τάση «επιστροφής» στον παλιό εθνοκυριαρχικό κόσμο σαν μια απεγνωσμένη επιθυμία ασφάλειας. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η «επιστροφή» συμβαδίζει με την αναζήτηση ισχυρών ή δήθεν ισχυρών ηγετών, αλλά και μια διαδεδομένη γύρω μας νοσταλγία των παλιών καλών ή έστω γνώριμων εποχών. Είπαμε, η κρίση έχει και έναν υπόγειο υπαρξιακό χαρακτήρα.

Ο ευρωπαϊκός εκλογικός μαραθώνιος 2026-2027 θα διεξαχθεί κυρίως με όρους επιμέρους εθνικών αναμετρήσεων, προσαρμοσμένων στις ειδικές εθνικές περιστάσεις και από όσο φαίνεται στις περισσότερες των περιπτώσεων θα κινείται στο στυλ της δημαγωγικής φωνακλάδικης και κοντόθωρης πολιτικής που στην αρχή είπαμε. Οι τύχες όμως των χωρών μας στον νέο συγκρουσιακό κόσμο θα κριθούν από την πρόοδο, τη στασιμότητα ή την αποδόμηση της ΕΕ. Εναπόκειται στα δημοκρατικά και φιλοευρωπαϊκά κόμματα να αναδείξουν τη νέα σύμπλεξη του εθνικού και ευρωπαϊκού γίγνεσθαι από την οποία εξαρτάται ουσιαστικά η ασφάλεια των πολιτών υπό όλες τις έννοιες: οικονομική, αμυντική, ταυτοτική. Ετσι, θα ενισχύσουν και τη θέση τους στη μάχη για τη μακροχρόνια ιδεολογική ηγεμονία που εκ των πραγμάτων διεξάγεται.

Και κάτι ως υστερόγραφο-υπόμνηση προς το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ. Ας πάρουν υπόψη στον σχεδιασμό τους ότι στο τοπίο που θα διαμορφώνει ο ευρωπαϊκός μαραθώνιος, δεν αποκλείεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη να είναι από τις πλέον φιλοευρωπαϊκές και φιλελεύθερες.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Keywords
Τυχαία Θέματα