Μια προαναγγελθείσα κρίση;

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον αναγνώσεις για όσα διαδραματίζονται αυτές τις μέρες σε ευρωπαϊκές χώρες, με τη Γαλλία να πρωταγωνιστεί ως προς την έκταση και τη βιαιότητα των κινητοποιήσεων.

Η πρώτη, επιφανειακή ενδεχομένως, βλέπει στις κινητοποιήσεις αυτές το ξέσπασμα της δίκαιης οργής ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων που επιτέλους βρίσκει έκφραση μαζική με τη συσπείρωσή τους γύρω από έναν κοινό στόχο, την αμφισβήτηση του «συστήματος». Η δεύτερη, δυσκολότερη στην απόδειξή της όσο διαρκούν τα γεγονότα, βλέπει την απόπειρα αποσταθεροποίησης

των χωρών του κεντρικού πυρήνα της ευρωπαϊκής ηπείρου που ανθίστανται στην επιβολή μιας νέας τάξης πραγμάτων.

Η κοινωνική οργή έχει αιτία. Στην Ευρώπη σοβεί μια πολύ βαθιά κρίση της οποίας η οικονομική διάσταση πλήττει τους πιο αδύναμους, ενώ η αξιακή της διάσταση δεν μπορεί να συμφιλιώσει κατηγορίες πληθυσμού με διαφορετικό πολιτισμικό και θρησκευτικό υπόβαθρο.

Το αποτέλεσμα είναι διαμάχες που σε παλιότερες εποχές θα μπορούσαν να επιλυθούν με βάση το «κοινωνικό συμβόλαιο» να μετατρέπονται σε συγκρούσεις σχεδόν εμφυλιακού χαρακτήρα. Και αυτό γιατί το «κοινωνικό συμβόλαιο» του προηγούμενου αιώνα, που εξασφάλιζε ένα δίχτυ προστασίας, πλέον δεν λειτουργεί και ούτε θα μπορούσε να λειτουργήσει με τους ίδιους όρους ακόμη και αν οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις που το υπηρέτησαν – Κεντροδεξιά και Κεντροαριστερά – είχαν τη διάθεση να το ανανεώσουν.

Αυτό συμβαίνει κυρίως για δύο λόγους: η Ευρώπη αντιμετωπίζει έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και έλλειμμα ασφάλειας. Το ένα υπονομεύει το άλλο. Αν οι χώρες της ΕΕ ακολουθούσαν τη συνταγή Ντράγκι, τα δύο θα μπορούσαν να καλυφθούν με μια δυναμική πολιτική επενδύσεων και στον τομέα της άμυνας.

Ωστόσο, ο όρος για να συμβεί αυτό θα ήταν η ενίσχυση της ενοποιητικής διαδικασίας. Σήμερα εξελίσσεται ακριβώς το αντίθετο, οι ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις, Ακρα Δεξιά και Ακρα Αριστερά, είναι αντι-ευρωπαϊκές και για τον λόγο αυτό η ασφαλέστερη πρόβλεψη είναι πως δυστυχώς αυτές θα επικρατήσουν, θα κάνουν ακόμη μεγαλύτερη ζημιά στις χώρες τους για να βρεθεί, αν βρεθεί, στην επόμενη φάση ισορροπία στο Κέντρο.

Προφανέστατα μια τέτοια εξέλιξη επιδρά αρνητικά στη θέση της Ευρώπης στον κόσμο. Ηδη συνθλίβεται οικονομικά από τον ανταγωνισμό δύο υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και Κίνας. Αν η δική της ανταγωνιστικότητα δεν βελτιωθεί τα επόμενα χρόνια πιθανώς να χρειαστεί να επιλέξει στρατόπεδο με δυσμενείς για την ίδια όρους. Και αν δεν ενισχύσει την άμυνά της θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη Ρωσία με επίσης δυσμενείς όρους.

Η ετερογονία των σκοπών, ποιος ωφελείται τελικά από την αποσταθεροποίηση της Ευρώπης, οδηγεί στην υπόθεση εργασίας ότι υβριδικές επιχειρήσεις «άγνωστης προέλευσης» μπορεί να ενισχύουν κόμματα και κινήματα φιλικότερα προς τη Μόσχα. Να μην ξεχνάμε ότι έχουμε εισέλθει σε φάση ρήξης των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ουκρανία που υπονομεύει τη δυνατότητά της να αντιμετωπίσει τις ρωσικές επιθέσεις.

Η συνθηκολόγησή της, αν επέλθει, δεν θα είναι «καλά μαντάτα» για την Ευρώπη που θα πρέπει να προετοιμασθεί για έναν μακρύ υβριδικό ή και συμβατικό πόλεμο με τη Ρωσία με αμφίβολη τη στήριξη της σημερινής ηγεσίας των ΗΠΑ. Αλλωστε η τελευταία έχει αναδείξει το ρήγμα που τη χωρίζει με τη Γηραιά Ηπειρο – το δόγμα ασφαλείας των ΗΠΑ προβλέπει την εξαφάνισή της αν δεν αναβαπτισθεί με την επικράτηση πατριωτικών δυνάμεων πλησιέστερων στο σημερινό αμερικανικό ιδεολογικό πρότυπο.

Η Ινώ Αφεντούλη είναι επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας του ΕΛΙΑΜΕΠ

Keywords
Τυχαία Θέματα