Μια κηδεία

Πρώτα απ’ όλα ήταν οι λέξεις. Εκείνο το «λαϊκή αγρύπνια». Ούτε λαϊκό προσκύνημα, ούτε αποχαιρετισμός, ούτε τίποτα. Η αγρύπνια του νεκρού, στην προκειμένη περίπτωση του Γιώργου Μαζωνάκη. Δεν είναι ακριβώς θρησκευτική τελετή, είναι ένα είδος δρώμενου· που δεν έχει να κάνει με πίστη και θρησκεία. Ανάγεται σε μια αρχέγονη παράδοση, είναι η πρόθεση του νεκρού στην αρχαία Ελλάδα πριν από την εκφορά και την ταφή. Είναι τα συντονισμένα μοιρολόγια που ακούγονται ακόμη στα χωριά μας. Είναι αυτή η διάσταση του χρόνου όπου ο νεκρός είναι

ακόμη εδώ. Και υποτίθεται ότι «ακούει», «βλέπει», «νιώθει». Είναι αυτό που έχει περάσει στο καθημερινό μας λεξιλόγιο όταν λέμε «είναι ακόμη ζεστός», που σημαίνει ότι διατηρεί ακόμη την ανθρώπινή του υπόσταση.

Προσωπικά, απέχω συνειδητά από κάθε είδους ταφικά έθιμα, έτσι όπως υπαγορεύονται από τη θρησκεία. Αποφεύγω να πηγαίνω σε κηδείες, στάθηκα μακριά στον ενταφιασμό του πατέρα μου, το «ντουπ» του φέρετρου όταν ακουμπά το χώμα μού φαίνεται δεισιδαιμονικό. Και όταν πέθανε η μητέρα μου είχε ευτυχώς επιτραπεί στην Ελλάδα η καύση του νεκρού.

Αλλά αυτό που είδα στην αγρύπνια και την κηδεία του Μαζωνάκη με συγκίνησε βαθιά, μέχρι βουρκώματος. Η τεράστια και απολύτως ειλικρινής συμμετοχή ενός ετερόκλητου πλήθους, ο κόσμος στα μπαλκόνια γύρω από την εκκλησία, οι εικόνες που αποτύπωναν το πάνδημο πένθος, τα πλακάτ με προχειρογραμμένους τους στίχους των τραγουδιών του, τα ίδια τα τραγούδια που ακούγονταν φάλτσα, αλλά υπέροχα, από την εν των ενόντων χορωδία, οι ζεϊμπεκιές νέων ανθρώπων στο προαύλιο – το πιο αυθεντικό ζεϊμπέκικο που έχω δει ποτέ, εκεί στα δύο τετραγωνικά που πιάνει ένας τάφος – , η σημειολογία του σουξέ του «Θέλω να γυρίσω στα παλιά, θέλω την παλιά μου γειτονιά» όταν το φέρετρο έφτανε στην εκκλησία της Νίκαιας, όλα αυτά έχουν, κατά τη γνώμη μου, τη λειτουργικότητα, τη δομή και τους τελετουργικούς όρους του χορού στην αρχαία τραγωδία. Και η τελετουργία είναι η απαρχή της Τέχνης. Και ο ρόλος της Τέχνης είναι πρωτίστως να συγκινεί. Ολα τα άλλα έπονται.

Αυτές όμως οι εικόνες αποτυπώνουν το τι σημαίνει σήμερα «λαϊκό»· κάτι εντελώς διαφορετικό από το «λαϊκό» της δεκαετίας του 1960. Το επεσήμανε η συγγραφέας, ηθοποιός και πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Αννα Χατζησοφιά. Οπως έγραψε σε ανάρτησή της, η όλη Αριστερά σήμερα έχει μείνει, ως προς τη νοηματοδότηση του λαϊκού, στον περασμένο αιώνα. Σήμερα, για παράδειγμα, τα λαϊκά κορίτσια δεν είναι εργάτριες. Μπορεί να είναι αισθητικοί, να έχουν μακριά νύχια, να κάνουν βίντεο στο TikTok και να κρατάνε τσάντα απομίμηση Louis Vuitton, ενώ μαζεύουν λεφτά να αγοράσουν μια γνήσια. Και τα λαϊκά αγόρια να έχουν τατουάζ, να φοράνε επίσης «μαϊμούδες», για να πουλήσουν μούρη, και να τραγουδάνε όχι τη «Δραπετσώνα» αλλά το «Τέσσερις πήγε, μου είπαν πάλι φύγε, φύγε από το μαγαζί». Oλα αυτά δηλαδή που η Αριστερά στις μέρες μας αντιμετωπίζει με έναν ελιτισμό που ουδέποτε υπήρξε ταυτοτικό της στοιχείο.

Μόνος

Εβλεπα την κοσμοσυρροή στην κηδεία του Μαζωνάκη, ενώ συγχρόνως άκουγα την κατάθεση του οδηγού ταξί που τον πήγε το μεσημέρι της Τετάρτης στην οδό Καρνεάδου. Ελεγε ότι είχε αίματα στο μέτωπο και σταμάτησαν σε ένα φαρμακείο να του περιποιηθούν το επιπόλαιο τραύμα. Και φανταζόμουν έναν άνθρωπο ολομόναχο, χωρίς κάποιον στο σπίτι να του σκουπίσει τα αίματα, να του βάλει ένα τσιρότο και χωρίς την ψυχραιμία να το κάνει μόνος του.

Και μετά μόνος του στο ιατρείο, για μία δύσκολη και πολύωρη θεραπεία, που εδώ για μια οδοντιατρική επέμβαση πηγαίνουμε και παίρνουμε μαζί μας κάποιον για να μας κρατά το χέρι. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη μονάδα και το πλήθος είναι ένα από τα βασικά υλικά τα δραματουργίας· ακριβώς επειδή συμβαίνει τόσο συχνά στην πραγματική ζωή.

Keywords
Τυχαία Θέματα