Μάρκο Ρούμπιο

Με φόντο την Ακρόπολη, είπε πολλά σωστά κλισέ. Μαρτύρησε το χρέος της Αμερικής, «που κανένα πέρασμα του χρόνου» δεν μπορεί να σβήσει, στους Ελληνες της αρχαιότητας. Παραδέχτηκε ότι η Αθήνα έδωσε στη Δύση τη Δημοκρατία, «ο Πλάτων κι ο Αριστοτέλης τη δυτική φιλοσοφία».

Κι όμως, η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο δεν ήταν μια εμπνευσμένη διάλεξη για την ουσία του πολιτεύματος – όπως εκείνη που δεν κατάφερε να εκφωνήσει ο Ομπάμα στην Πνύκα για λόγους ασφαλείας.

Ο τελευταίος είχε εμβαθύνει στο σύστημα που είναι «ατελές», αλλά καλύτερο γιατί «επιτρέπει να δοκιμάζουμε καινούργιες ιδέες και να διορθώνουμε τα λάθη μας» – ως πολιτικός και διανοούμενος, ταυτόχρονα. Ο πρώτος θέλησε να υπογραμμίσει με ιστορικές αναφορές τα ιδεολογικά δόγματα του συντηρητικού κινήματος των σκληροπυρηνικών οπαδών του Τραμπ – ρητόρευσε ως κάποιος που επιδιώκει τη στήριξη του MAGA, προκειμένου να διεκδικήσει την προεδρία το 2028, δηλαδή.

H Ελλάδα ήταν κεντρικός σταθμός της περιοδείας του σε τρία ευρωπαϊκά κράτη, ακριβώς γι’ αυτό: γιατί του προσέφερε το ιδανικό σκηνικό για να «νομιμοποιήσει» την τραμπική πολιτική της επίδειξης οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος με τα σύμβολα της απαρχής του δυτικού πολιτισμού. Η παρέμβασή του, η οποία εκτός από ωδή στον εθνικισμό, ακούστηκε και ως διαβεβαίωση πως η νέα τάξη πραγμάτων (που διέλυσε τις μεταπολεμικές βεβαιότητες) δεν θα αλλάξει αν εκείνος βρεθεί στο Οβάλ Γραφείο, σχολιάστηκε εκτενώς από αμερικανικά και ευρωπαϊκά μίντια. Επομένως, κέρδισε τη δημοσιότητα που προσδοκούσε – η συγκεκριμένη ελπίδα του, φάνηκε καθαρά από τις τέσσερις κάμερες – μια εκ των οποίων πάνω σε γερανό –  που τον κατέγραφαν.

Την τελευταία διετία, στην πιο δύσκολη περίοδο των ευρωαμερικανικών σχέσεων που έχει υπάρξει, έχει αποδειχθεί όσο πιο μετριοπαθής γίνεται να είναι ένα μέλος της σημερινής κυβέρνησης των ΗΠΑ. Φροντίζει συχνά να καθησυχάζει τρομαγμένους από τον επικεφαλής της συμμάχους. Αλλά, παράλληλα, επιχειρεί να προσφέρει μια δομημένη λογικά αιτιολόγηση των πολιτικών που σοκάρουν. Ενας ευρωπαίος ομόλογός του έχει δηλώσει στο περιοδικό «New Yorker» πως «κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να μετριάσει τις χειρότερες ορμές του Τραμπ». Ως υπουργός Εξωτερικών και σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου, θεωρητικά είναι ο ισχυρότερος διπλωμάτης της χώρας του μετά τον Χένρι Κίσινγκερ.

…και από την ανάποδη

Πρακτικά βέβαια, η ρουτίνα των κολακευτικών για τον Τραμπ χαρακτηρισμών, που έχει καθιερώσει όποτε μιλάει ενώπιον του Τραμπ, δείχνει σε λάιβ μετάδοση πως η πολιτική του προσωπικότητα απέχει από εκείνη του ανθρώπου ο οποίος διαμόρφωσε τις διεθνείς σχέσεις της Αμερικής περισσότερο από τους προέδρους που υπηρέτησε.

Οι προκριματικές των Ρεπουμπλικανών το 2016 είναι οι μοναδικές εκλογές που έχει χάσει. Τότε, οι τηλεοπτικές κλείστρες τον ήθελαν διακαώς στα κανάλια τους. Είχαν παρατηρήσει πως ανέβαζε τα νούμερα. Φίλοι κι εχθροί τον κατατάσσουν στην κατηγορία των υπερεργατικών (όχι άδικα, στην καμπάνια που έκανε για το χρίσμα του Μεγάλου Παλαιού Κόμματος έγραφε μόνος τους λόγους του, πράγμα σπάνιο για σύγχρονο πολιτικό). Ωστόσο, λίγοι έχουν ξεχάσει ότι σε εκείνη την αναμέτρηση αντάλλαξε βαριές κουβέντες με το νυν αφεντικό του.

Δεν ειρωνεύτηκε μόνο το μαύρισμά του· τον αποκάλεσε «απατεώνα». Οταν αυτός τον ονόμασε «Μικρό Μάρκο», ανταπάντησε «και ξέρετε τι λένε για τους άντρες με μικρά χέρια». Τελικά, απολογήθηκε, ενώ πηγές που παρακολουθούσαν τα ντιμπέιτ από τα παρασκήνια υποστήριζαν ότι εκεί ήταν ο μοναδικός που αστειευόταν με τον Τραμπ – οι άλλοι δεν τον πλησίαζαν καν, αφού τον θεωρούσαν τοξικό. Οταν επελέγη για την ηγεσία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο ίδιος είχε εξελιχθεί και το χάσμα που τον χώριζε από τον Τραμπ είχε σχεδόν εξαφανιστεί.

Πλέον, είναι ο γιος των κουβανών μεταναστών που νουθετεί την Ευρώπη για το μεταναστευτικό, το οποίο θα προκαλέσει την «εξάλειψη του πολιτισμού» της, όπως ανέφερε πέρυσι, στο Μόναχο. Πάντως, έχει αβέβαιη και διαρκώς μεταβαλλόμενη επιρροή στο αμερικανικό σύστημα εξουσίας. Αρκεί να προσέξει κανείς ότι τις τρεις σημαντικότερες για την ασφάλεια των ΗΠΑ κρίσεις – το Ιράν, τον πόλεμο στη Γάζα και την Ουκρανία – χειρίζονται οι Γουίτκοφ και Κούσνερ, όχι εκείνος.

Ο Ομπάμα έκανε το τελευταίο του ταξίδι ως πλανητάρχης εδώ, τον Νοέμβριο του 2016, με στόχο να προειδοποιήσει τη Δύση για την άνοδο του εθνικισμού και του λαϊκισμού, για το τι θα φέρει ο διαχωρισμός «εμείς ή αυτοί». Ο Ρούμπιο πάλι, εμφανίστηκε σαν ένας πιο μετρημένος από τον Βανς υποψήφιος διάδοχος αυτού που αναπαριστά το χρυσό άγαλμα «Βασιλιάς της Αδικίας», το οποίο εκτέθηκε για λίγο στο κτίριο του Ευρωκοινοβουλίου, στο Στρασβούργο.

Keywords