Κάτι είμαστε όλοι

Είμαστε όλοι γκωλικοί. Τους τελευταίους τρεις μήνες, εκατομμύρια Γάλλοι έχουν συρρεύσει στις κινηματογραφικές αίθουσες προκειμένου να παρακολουθήσουν τη δίπτυχη ταινία που αφηγείται τον αγώνα του Σαρλ ντε Γκωλ για τη σωτηρία της Γαλλίας, από τη γερμανική επίθεση και την κατάρρευση του 1940 έως την απελευθέρωση του Παρισιού το 1944. Ενα από τα επεισόδια της ταινίας «Η Μάχη του Ντε Γκωλ» που έχουν συζητηθεί περισσότερο αφορά την ταραχώδη σχέση του με τον πρόεδρο Ρούζβελτ, ο οποίος όχι μόνο τον απεχθανόταν, αλλά ήταν επίσης πεπεισμένος ότι η Γαλλία είχε τελειώσει.

Το 1943, ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξέταζε την ιδέα να διαμελίσει τη Γαλλία μετά την απελευθέρωσή της, δημιουργώντας ένα κράτος-ανάχωμα με την ονομασία Νέα Βαλονία, στο οποίο θα εντάσσονταν το Βέλγιο και περίπου το ένα τρίτο της Γαλλίας. Η ηττημένη Γαλλία θα τελούσε υπό τη Συμμαχική Στρατιωτική Κυβέρνηση των Κατεχόμενων Εδαφών. Ο Αντονι Ιντεν έμεινε εμβρόντητος όταν πληροφορήθηκε το σχέδιο, στη διάρκεια δείπνου στον Λευκό Οίκο.

Παρότι η ιδέα δεν πήρε ποτέ τη μορφή επίσημου σχεδίου, η ταινία δείχνει την έκπληξη του Ντε Γκωλ μπροστά στον χάρτη της Νέας Βαλονίας και στα αμερικανικής κατασκευής χαρτονομίσματα που προορίζονταν να αποτελέσουν το μελλοντικό νόμισμα της Γαλλίας. Υπάρχει και μια άλλη φοβερή σκηνή, με τον Ντε Γκωλ να καλείται να συναντήσει τον Ρούζβελτ στην Καζαμπλάνκα το 1943, ενώ πίσω από τις κουρτίνες βρίσκονται ακροβολισμένοι ελεύθεροι σκοπευτές των μυστικών υπηρεσιών – στον σκηνοθέτη, τον πρώην διπλωμάτη Αντονέν Μποντρί, θύμισε λίγο την ενέδρα που έστησε πέρυσι στον Ζελένσκι ο Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο.

Σε κάθε περίπτωση, η αναβίωση του θρυλικού ρόλου του Ντε Γκωλ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είναι τυχαία. Οπως σημειώνει η Σιλβί Κοφμάν στους Financial Times, συμπίπτει με την ολοένα και εντονότερη διεκδίκηση της πολιτικής του κληρονομιάς. Από τη ριζοσπαστική Αριστερά μέχρι την Ακροδεξιά, ξαφνικά κάθε γάλλος πολιτικός είναι γκωλικός. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν τον εξαίρει επειδή παρέμεινε «απίστευτα» ανυπότακτος στη διάρκεια του πολέμου, αλλά και για τις κρατικιστικές πολιτικές του. Η Μαρίν Λε Πεν τον επικαλείται διαρκώς σαν να ήταν φυσική διάδοχός του, και δεσμεύεται να χρησιμοποιήσει ένα από τα εργαλεία που εκείνος αξιοποίησε, το δημοψήφισμα, για να κατοχυρώσει στο Σύνταγμα τις αντιμεταναστευτικές της θέσεις. Λογικά, ο στρατηγός θα στριφογυρνάει στον τάφο του.

Είστε όλοι οικολόγοι. Επειτα από ένα καλοκαίρι καύσωνα, πρωτοφανών πυρκαγιών και άνευ προηγουμένου ξηρασίας που έδειξε πόσο απροετοίμαστο και ανήμπορο ήταν το πολιτικό σύστημα στη Γαλλία, κυβέρνηση και τοπικές Αρχές, να διαχειριστεί την κρίση, όλα τα κόμματα της Αριστεράς έχουν αναδείξει το ζήτημα της αντιμετώπισης της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε βασική πολιτική προτεραιότητα. Δεξιά και Ακροδεξιά το είχαν για χρόνια παραμελήσει, ακόμα και απορρίψει.

Διαδοχικές κυβερνήσεις το είχαν υποβιβάσει σε δεύτερη μοίρα. Ομως με την εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές της ερχόμενης άνοιξης να έχει ήδη ξεκινήσει, Ανυπότακτοι και Σοσιαλιστές, Ζαν-Λικ Μελανσόν και Ραφαέλ Γκλικσμάν διαγκωνίζονται για το ποιος θα εμφανιστεί ως ο πιο συνεπής υπέρμαχος της οικολογικής μετάβασης – με έπαθλο σε μεγάλο βαθμό τους Οικολόγους, τους πρώτους που ανέδειξαν το ζήτημα της οικολογικής μετάβασης στον δημόσιο διάλογο, κατά την προεκλογική εκστρατεία του 1974 και την υποψηφιότητα του Ρενέ Ντιμόν.

Η πραγματική οικολογία – λέει ο Μελανσόν απευθυνόμενους σε οικολόγους και Οικολόγους – είναι ριζική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο ζούμε, παράγουμε και καταναλώνουμε. Είναι οικολογικός σχεδιασμός, μαζική ανάπτυξη των ΑΠΕ, έξοδος από τα ορυκτά καύσιμα και την πυρηνική ενέργεια, νέος σχεδιασμός για το νερό και την αγροτική παραγωγή. Εμείς έχουμε το πρόγραμμα και την πολιτική βούληση να την κάνουμε πράξη. «Ελάτε μαζί μας». Μη βιάζεστε – αντιτείνει ο Γκλικσμάν. Η οικολογική μετάβαση δεν είναι μόνο θέμα εξαγγελιών. Πρέπει να είναι ευρωπαϊκή, δημοκρατική και γεωπολιτικά συνεπής. Δεν μπορείς να μιλάς για οικολογία και ταυτόχρονα να θέλεις να ξανανοίξουν οι αγωγοί Nord Stream για το ρωσικό αέριο ή να υπονομεύεις την Ευρώπη. «Εμείς εκφράζουμε την πραγματική οικολογική συνέπεια».

Είναι όλοι υποκριτές; Οχι, σίγουρα όχι. Τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Παρακολουθώντας όμως αυτή την «οικολογική πλειοδοσία» Μελανσόν – Γκλικσμάν, τους Οικολόγους να γίνονται αντικείμενο πολιτικού πόθου και κόρτε, την οικολογική κρίση να μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής τοποθέτησης, μια υπαρξιακή, ουσιαστικά, κρίση να γίνεται, λίγο – πολύ, επικοινωνιακό προϊόν, με φόντο ένα ανήμπορο Κέντρο, μια αδιάφορη Δεξιά και μια… «νεογκωλική» Ακροδεξιά, θυμάται κανείς εκείνη την ανατριχιαστικά επίκαιρη αλληλουχία γεγονότων στην ταινία (του 2021) «Don’t Look Up»: Οι επιστήμονες λένε «θα καταστραφούμε». Οι πολιτικοί σκέπτονται πώς θα επηρεάσει αυτό τις δημοσκοπήσεις. Τα μίντια σκέπτονται το τηλεοπτικό ενδιαφέρον.

Οι επιχειρήσεις σκέπτονται τις επιχειρηματικές ευκαιρίες. Οι πολίτες χωρίζονται στα στρατόπεδα – η ταινία δεν παρουσιάζει τους αρνητές ως απλώς ηλίθιους, δείχνει πώς η άρνηση, η κωλυσιεργία και η πολιτική εργαλειοποίηση μπορούν να γίνουν απολύτως λογικές επιλογές όταν ο καθένας κοιτάζει την κρίση από τη δική του πλευρά. Και τελικά, η πραγματικότητα μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής ταυτότητας.

Το τέλος, ας προσπαθήσουμε να το ξεχάσουμε. Μια ταινία είναι.

Keywords