Η Wall Street παίζει μπάλα…

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ο δικηγόρος Μπρους Οστερμαν από το Σαν Φρανσίσκο αγόρασε την Τρανμίρ Ρόβερς, η επένδυση ενός Αμερικανού σε ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική ομάδα έμοιαζε με οικονομική παραδοξότητα.

Το εγχείρημά του δεν αποδείχθηκε επιτυχημένο και ολοκληρώθηκε έπειτα από λίγα χρόνια. Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, όμως, το αμερικανικό κεφάλαιο δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά κυρίαρχη δύναμη στον χάρτη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Πριν από την πανδημία, μόλις 44 ευρωπαϊκοί σύλλογοι βρίσκονταν υπό τον έλεγχο επιχειρηματιών ή επενδυτικών κεφαλαίων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2026 ο αριθμός τους έχει φθάσει τους 119, σχεδόν τριπλασιάστηκε μέσα σε έξι χρόνια, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η ιταλική οικονομική εφημερίδα «Il Sole 24 Ore».

Η έκρηξη αυτή δεν αφορά μόνο διάσημες ομάδες της Premier League ή της Serie A. Αμερικανικά κεφάλαια έχουν τοποθετηθεί σε συλλόγους κάθε μεγέθους, από την πρώτη κατηγορία της Αγγλίας έως μικρότερες ομάδες στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στην Πορτογαλία και στην Ανατολική Ευρώπη.

Η πανδημία ως σημείο καμπής

Η πανδημία δημιούργησε την ιδανική επενδυτική ευκαιρία. Τα κλειστά γήπεδα εξαφάνισαν τα έσοδα από εισιτήρια, ενώ τα λειτουργικά έξοδα και τα υψηλά συμβόλαια παρέμειναν. Πολλοί ιστορικοί σύλλογοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με προβλήματα ρευστότητας και αναζήτησαν επειγόντως νέα κεφάλαια.

Για τα αμερικανικά επενδυτικά ταμεία, η κρίση αυτή μετέτρεψε το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο σε αγορά ευκαιριών. Σύμφωνα με ανάλυση της Football Benchmark, έξι από τις δέκα μεγαλύτερες μεταβιβάσεις πλειοψηφικών πακέτων ευρωπαϊκών ομάδων πραγματοποιήθηκαν μετά το 2020, ενώ στις οκτώ από τις δέκα περιπτώσεις οι αγοραστές προέρχονταν από τις ΗΠΑ.

Οι αποτιμήσεις των ευρωπαϊκών συλλόγων εξακολουθούν να είναι χαμηλότερες από εκείνες των ομάδων του NFL, του NBA ή του MLB. Παράλληλα, το ποδόσφαιρο διαθέτει παγκόσμιο κοινό, τεράστια τηλεοπτική διείσδυση και σημαντικά περιθώρια εμπορικής ανάπτυξης. Για τους αμερικανούς επενδυτές, επομένως, ένας ευρωπαϊκός σύλλογος είναι ένα σχετικά φθηνό παγκόσμιο εμπορικό σήμα.

Η Premier League και η Ιταλία

Η Premier League αποτελεί τον ελκυστικότερο προορισμό, λόγω των υψηλών τηλεοπτικών εσόδων, της διεθνούς αναγνωρισιμότητας και της οικονομικής σταθερότητας που προσφέρει. Αρσεναλ, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Τσέλσι, Λίβερπουλ, Αστον Βίλα, Κρίσταλ Πάλας, Φούλαμ και Μπόρνμουθ είναι μερικές από τις ομάδες που έχουν συνδεθεί με αμερικανικά συμφέροντα.

Σύμφωνα με το «Forbes», περισσότεροι από τους μισούς συλλόγους της Premier League διαθέτουν πλέον πλειοψηφική ιδιοκτησία από Αμερικανούς ή εταιρείες με έδρα τις ΗΠΑ. Η πρόσφατη είσοδος κοινοπραξίας στην οποία συμμετέχουν ο Τζεφ Μπέζος και ο συνιδρυτής του Facebook Εντουάρντο Σαβερίν στο μετοχικό κεφάλαιο της Λίβερπουλ επιβεβαιώνει ότι το ενδιαφέρον έχει περάσει πλέον και στους ισχυρότερους ανθρώπους της παγκόσμιας τεχνολογίας.

Η Ιταλία, από την άλλη πλευρά, προσφέρει χαμηλότερο κόστος εισόδου και μεγαλύτερα περιθώρια υπεραξίας. Ιντερ, Μίλαν, Ρόμα, Φιορεντίνα, Αταλάντα, Μπολόνια, Πάρμα και Βενέτσια έχουν περάσει υπό βορειοαμερικανικό έλεγχο. Οι επενδυτές θεωρούν ότι μπορούν να αυξήσουν τα έσοδα μέσω νέων γηπέδων, καλύτερης εμπορικής διαχείρισης και ισχυρότερης παρουσίας στις διεθνείς αγορές.

Keywords