Η Τέχνη της υποκριτικής…

Από πού να το αρχίσω πρώτα; Από την αιτία ή από την αφορμή; Με τη σειρά καλύτερα. Εδώ και καιρό, κάποια λίγα χρόνια δηλαδή, όλο και λιγότερες θεατρικές παραστάσεις μού προκαλούν τη διάθεση να αφήσω τη βολή της κατάθλιψής μου, να βγω από το σπίτι μου και να πάω να τις δω.

Δεν το προσπερνώ διότι με το θέατρο έχω σχέση, κατά κάποιον τρόπο, υπαρξιακή. Τριών ετών είδα την πρώτη μου παράσταση και από τα έξι και μετά, αποστήθιζα ατάκες και έπαιζα μετά μόνη μου τα έργα. Δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου η ιδέα να γίνω ηθοποιός,

απολάμβανα τη θέση του θεατή, κυρίως ο λόγος με ενδιέφερε. Και τη δουλειά από την οποία βιοπορίζομαι εδώ και 45 χρόνια, τη χρωστάω και στο θέατρο. Τη γραφή μου την καλλιέργησα και μέσα από τη δραματουργία, έτσι έμαθα να δουλεύω, να ξεζουμίζω τις λέξεις και τα νοήματα.

Τέλος πάντων, με προβλημάτιζε η «κρίση» σε αυτή τη σχέση. Γιατί έχει κατεβάσει γράδα η επιθυμία μου να πάω στο θέατρο; Η απάντηση είναι προφανής. Διότι όλο και λιγότερο παραστάσεις μού κάνουν κλικ. Αγνωστοι ηθοποιοί, άγνωστοι σκηνοθέτες, ρεπερτόριο χωρίς «διαβατήριο». Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό και έχει τύχει πάρα πολλές φορές να κάνω συναρπαστικά θεατρικά «ταξίδια προς το άγνωστο».

Κάτι τέτοιο όμως συμβαίνει όλο και πιο σπάνια πλέον. Να διαλέξω ένα κλασικό έργο σε ένα πειραματικό ανέβασμα; Το πιθανότερο είναι ότι θα το δω προσαρμοσμένο στις τάσεις της εποχής, να αναδεικνύει δηλαδή τη συμπερίληψη ή τη γυναικεία ενδυνάμωση ή την υποδοχή του ξένου. Οτι δηλαδή οι κλασικοί, σπουδαίοι δραματουργοί δεν περνούν αυτές τις αξίες στο έργο τους, έστω και στο λεγόμενο «κάτω κείμενο». Πρέπει να μου το κάνουν λιανά λες και είμαι ηλίθια.

Από την άλλη, να διαλέξω ένα έργο καινούργιο, άγνωστο ακόμη. Το έχω κάνει και έχω πέσει σε μανιφέστα με παράλληλους μονολόγους χωρίς δραματουργική και σκηνική δράση. Να πω και κάτι ακόμη; Πόσες φορές ακόμη θα πάθω αλλεργία από μη επαρκώς καθαρισμένους θεατρικούς χώρους, θα ξεπαγιάσω σε μη θερμαινόμενες αίθουσες, θα παρακολουθήσω παραστάσεις σε διαδρόμους που λέει ο λόγος, προσέχοντας να μη με πατήσουν οι ηθοποιοί; Συγγνώμη, αλλά το ότι θέατρο πρέπει να είναι και σωματική δοκιμασία, δεν μου το είπαν.

Πάμε τώρα και στην αφορμή. Η δημοσιογράφος Ματίνα Καλτάκη (με την οποία οριακά ανταλλάσσουμε χαμόγελα αναγνώρισης τις λίγες φορές που έχουμε βρεθεί σε κάποιο φουαγιέ) ασχολείται με τη θεατρική κριτική εδώ και 30 χρόνια. Αυστηρή; Αυστηρή. Αλλά γι’ αυτό πληρώνεται από τον εργοδότη της.

Εγραψε, λοιπόν, ένα κείμενο για το γενικό τοπίο της θεατρικής Αθήνας. Εξέφρασε τις απόψεις της για τη «μείζονα, ως προς τα αριθμητικά μεγέθη, Τέχνη στην Αθήνα». Εντόπισε τα προβλήματα που προκύπτουν στα μικρά θέατρα όπου η σκηνή αλλά και το εναλλασσόμενο (ακόμη και τρεις φορές την εβδομάδα) ρεπερτόριο, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη σκηνικού, για τα χαμηλά μπάτζετ άρα και την ελλιπή τεχνική υποστήριξη, με αποτέλεσμα κακοφωτισμένες παραστάσεις και εντελώς αφώτιστους ρόλους, επισήμανε την έννοια της arte povera που πολλές φορές έχει βγάλει αριστουργήματα, αλλά ακόμη περισσότερες είναι μόνο povera και καθόλου arte.

…και η υποκρισία της Τέχνης

Ε, ρε, τι έγινε… Το ΣΕΗ, με μία ανακοίνωση, και οι συν αυτώ βγάλανε τη γυναίκα στον τάκο της διαδικτυακής αρένας. Γιατί; Διότι έκανε τη δουλειά για την οποία πληρώνεται. Εγραψε τη γνώμη της για έναν χώρο με τον οποίον ασχολείται με αφοσίωση εδώ και τρεις δεκαετίες.

Η, δε, επιχειρηματολογία του ΣΕΗ ήταν φτερό στον άνεμο. Με μεγάλη δυσκολία ως προς την κατανόηση κειμένου (α, ρε, Pisa) ανέφεραν μικρά θέατρα περασμένων δεκαετιών που έχουν μεγαλουργήσει, κάτι το οποίο και η ίδια αναφέρει στο κείμενό της. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι, εμμέσως πλην σαφώς, υπονόησαν σχέση επαγγελματικής εξάρτησης με τα ιδρύματα. Μήπως, τελικά, ένας λόγος που δεν πετάω πια τόσο εύκολα τη σκούφια μου για θέατρο είναι και η τοξικότητα, τα τελευταία χρόνια, στον χώρο;

Keywords
Τυχαία Θέματα