Η πτώση

Τον Ιούλιο του 2022, η τεχνική υπηρεσία του Ευρωκοινοβουλίου αποκάλυψε μια απόπειρα παγίδευσης του κινητού τηλεφώνου του Νίκου Ανδρουλάκη, όταν εκείνος ήταν ακόμη ευρωβουλευτής και υποψήφιος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, με το σχετικά άγνωστο τότε, διαβόητο σήμερα, σύστημα υποκλοπών predator.

Η έρευνα της ΑΔΑΕ αποκάλυψε στη συνέχεια πως το τηλέφωνο του Ανδρουλάκη είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ, «νομίμως»,

την ίδια εποχή που είχε γίνει και η αποτυχημένη απόπειρα παγίδευσης με το παράνομο λογισμικό. «Ηταν νόμιμο, αλλά ήταν λάθος» απεφάνθη τότε ο Πρωθυπουργός. Μα λίγο αργότερα μάθαμε ότι το «λάθος» είχε επαναληφθεί μερικές δεκάδες φορές, με στόχο υπουργούς, στρατηγούς, πολιτικούς και δημοσιογράφους.

Εχουν περάσει τέσσερα ολόκληρα χρόνια από την πρώτη αποκάλυψη της υπόθεσης. Μα εξακολουθούμε να αγνοούμε – και εμείς και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι – την επίσημη αιτιολογία των παρακολουθήσεων.

Υποθέτουμε, απλώς, βασιμότερα μετά τα όσα ακούστηκαν στη δίκη στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, τον περασμένο Φεβρουάριο, ότι η σύμπτωση των παρακολουθήσεων από την ΕΥΠ και των παγιδεύσεων με το παράνομο λογισμικό δεν ήταν σύμπτωση. Μόνον ο Αρειος Πάγος πείστηκε – και μάλιστα τρεις φορές με τρεις διαφορετικές διατάξεις τριών διαφορετικών εισαγγελέων – για το αντίθετο. Πως έτυχε.

Τέσσερα χρόνια τώρα, η υπόθεση όλο αποσύρεται από τη σκηνή μα όλο υποτροπιάζει και επιστρέφει, όπως τώρα, με την απόφαση του νέου εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να διατηρήσει την υπόθεση στο αρχείο και να αρνηθεί «προς το παρόν» περαιτέρω έρευνα. Και όσο η εκκρεμότητα παραμένει, παράγει κόστος. Κόστος θεσμικό – από τις κοινοβουλευτικές απρέπειες, την αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και την κακοποίηση των ανεξάρτητων Αρχών. Και κόστος πολιτικό, έστω κι αν αυτό δύσκολα αποτιμάται.

Η κυβέρνηση ελπίζει ότι θα επιβεβαιωθεί η θεωρία που θέλει τους πολίτες να αγωνιούν για την επιβίωση ή την ευημερία τους, αδιάφοροι για τα «θεσμικά». Νοιάζονται για την τιμή του καφέ, όχι για τη Δημοκρατία – για να παραφράσω μια διάσημη κάποτε τουρκική ρήση. Περιμένουν τις παροχές που θα ακούσουν από το βήμα της ΔΕΘ, όχι τις αποκαλύψεις για τις υποκλοπές. Μα, ευτυχώς, δεν είναι έτσι. Τα σκάνδαλα, πράγματι, είναι σχετικά σπάνιο (αλλά όχι εντελώς απίθανο) να ρίξουν μια κυβέρνηση. Αυτό που κάνουν είναι να φθείρουν, να απορροφούν πολιτικό κεφάλαιο, να απομειώνουν την αξιοπιστία.

Ακόμη, όμως, κι αν το άμεσο πολιτικό κόστος ήταν μηδενικό, και πάλι η κυβέρνηση θα πλήρωνε πρώτη το «θεσμικό» κόστος, που αντανακλάται στη ραγδαία απόσυρση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς κάθε τι δημόσιο, προς την πολιτική την ίδια, τη Βουλή, την κυβέρνηση, τα μίντια και κάθε θεσμό. Στις σχετικές διεθνείς έρευνες, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση, στον κόσμο ολόκληρο, στον βαθμό ικανοποίησης των πολιτών από τη Δημοκρατία και σε μία από τις τελευταίες στην εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς γενικά και τη Δικαιοσύνη ειδικότερα.

Και να τώρα, μία σύμπτωση ακόμη. Δύο ημέρες πριν δημοσιεύσει την απόφασή του ο  εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δημοσιεύθηκε μια μεγάλη έρευνα για την ποιότητα της Δημοκρατίας στον κόσμο. Ο Δείκτης Διακυβέρνησης Berggruen, που επιμελείται 25 χρόνια τώρα το ομώνυμο Ινστιτούτο σε συνεργασία με δύο πανεπιστήμια, ένα στην Καλιφόρνια κι ένα στο Βερολίνο (https://governance.luskin.ucla.edu/), είναι ίσως η πιο συστηματική και ολοκληρωμένη σχετική έρευνα στον κόσμο. Κατατάσσει τις χώρες με βάση τρία διαφορετικά κριτήρια.

Η ποιότητα διακυβέρνησης, οι οικονομικές και άλλες επιδόσεις του κράτους είναι το ένα. Η ποιότητα της δημοκρατικής λογοδοσίας, το δεύτερο. Και η ποιότητα και προσβασιμότητα των δημόσιων αγαθών (εκπαίδευση, υγεία κ.λπ.) το τρίτο. Στο πρώτο πεδίο, η Ελλάδα παρέμεινε σταθερή, με σχετικά χαμηλή επίδοση 62%, από το 2000 ως σήμερα. Ούτε βελτίωση ούτε επιδείνωση.

Στο τρίτο πεδίο, την πρόσβαση σε δημόσια αγαθά, παρουσίασε βελτίωση, από το 80 στο 85%. Μα στο δεύτερο και κρισιμότερο, την ποιότητα της δημοκρατικής λογοδοσίας έκανε μια ξαφνική βουτιά, από το 90% στο 80%. Και ειδικότερα στον δείκτη θεσμικής λογοδοσίας, που μετρά την ποιότητα των θεσμών, η πτώση ήταν θεαματική. Από το 78% του 2000, όπου παρέμεινε σταθερά στα χρόνια της χρεοκοπίας, βρέθηκε ξαφνικά στο 58%.

Οι συντάκτες της έκθεσης υποστηρίζουν ότι η πρόοδος στην οικονομία και την αποτελεσματικότητα του κράτους ή στην ποιότητα και την προσβασιμότητα των δημοσίων αγαθών είναι ατελής, εύθραυστη και εύκολα αναστρέψιμη, αν δεν συνοδεύεται ισόρροπα από μια πρόοδο των δημοκρατικών της επιδόσεων. Η προειδοποίηση θα έπρεπε επειγόντως να μεταφραστεί στα ελληνικά.

Keywords
Τυχαία Θέματα