Η πρόκληση της ακρίβειας

Τα τελευταία πέντε με έξι χρόνια, αν ρωτήσει κανείς έναν πολίτη σε οποιαδήποτε γωνιά της Ευρώπης ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος και ο καθημερινός του πονοκέφαλος, η απάντηση θα είναι μονολεκτική: η ακρίβεια.

Πίσω από αυτόν τον όρο δεν κρύβονται απλώς ψυχροί οικονομικοί δείκτες, αλλά μια βαθιά κοινωνική αγωνία. Είναι η διαπίστωση ότι το κόστος διαβίωσης ανεβαίνει με ρυθμούς που τα οικογενειακά εισοδήματα αδυνατούν να ακολουθήσουν.

Τα στατιστικά στοιχεία της περιόδου 2020-2026 αποτυπώνουν με απόλυτη σαφήνεια το μέγεθος του προβλήματος. Ο συνολικός πληθωρισμός στην Ευρώπη ξεπέρασε το +18%, με την Ελλάδα να αγγίζει το +19%. Η μεγαλύτερη πίεση, όμως, εντοπίζεται στα τρόφιμα, εκεί όπου οι αυξήσεις ξεπέρασαν το +28% σε ευρωπαϊκό επίπεδο και το +30% στη χώρα μας. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι ελληνική ή ευρωπαϊκή αποκλειστικότητα αλλά αποτελεί τη νέα, σκληρή πραγματικότητα ολόκληρου του δυτικού κόσμου, από τις ΗΠΑ και τον Καναδά μέχρι την Αυστραλία.

Οι ρίζες του προβλήματος είναι κοινές και βαθιές. Ξεκίνησαν από την πανδημία, η οποία αποδιοργάνωσε πλήρως τη διεθνή παραγωγή και την εφοδιαστική αλυσίδα.

Επιδεινώθηκαν από το ενεργειακό κόστος που πυροδότησαν οι πολεμικές συρράξεις.

Και, ειδικά για τα τρόφιμα, σφραγίστηκαν από την κλιματική κρίση που πλήττει πλέον ανεπανόρθωτα τις σοδειές παγκοσμίως. Αν σε αυτά προσθέσουμε το αυστηρό ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο και την τάση των διεθνών αγορών να προεξοφλούν τις αρνητικές προβλέψεις, γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για ένα παροδικό ή συγκυριακό φαινόμενο.

Για την ελληνική κοινωνία, ωστόσο, αυτό το κύμα πληθωρισμού δεν ήταν απλώς μια οικονομική πίεση. Η νέα αυτή πληθωριστική πίεση λειτούργησε προσθετικά σε μια ήδη επιβαρυμένη κατάσταση. Μετά τη δραματική συρρίκνωση των εισοδημάτων κατά τη δεκαετία 2010-2020 της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, οι αντοχές των νοικοκυριών ήταν ήδη οριακές. Ετσι, η βελτίωση που σημειώθηκε στα ονομαστικά εισοδήματα την περίοδο 2020-2025, σε μεγάλο βαθμό εξανεμίστηκε.

Απέναντι σε αυτή την πιεστική πραγματικότητα, το πολιτικό σύστημα αντέδρασε σε μεγάλο βαθμό με επικοινωνιακές πρακτικές, καλές προθέσεις και αστείρευτες αλληλοκατηγορίες. Ομως, μαγικές και άμεσες λύσεις δεν υπάρχουν. Η ουσιαστική και μόνιμη αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου μιας χώρας περνά μέσα από μεσο- μακροπρόθεσμα εργαλεία, όπως την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την καινοτομία και τις παραγωγικές επενδύσεις. Αυτά, όμως, απαιτούν κάτι που στην Ελλάδα παραμένει ζητούμενο: κοινωνική και πολιτική σύμπνοια, συναίνεση, διαφάνεια και διαρκή εγρήγορση.

Μέχρι να αποδώσουν οι μακροχρόνιες στρατηγικές, οφείλουμε να εστιάσουμε σε ορθολογικά, βραχυπρόθεσμα μέτρα θωράκισης. Εφόσον το επιτρέπουν τα δημοσιονομικά περιθώρια, η μείωση των έμμεσων φόρων σε βασικά αγαθά και στην ενέργεια, η περιστολή του γραφειοκρατικού κόστους που βαραίνει τις επιχειρήσεις, και κυρίως, η διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά, αποτελούν μονόδρομο για την κοινωνική ευημερία.

Το κυριότερο, όμως, είναι ένα: το πολιτικό σύστημα πρέπει να βρει το θάρρος να μιλήσει στην κοινωνία με ειλικρίνεια, μακριά από την εύκολη καλλιέργεια ψευδαισθήσεων. Η έμπρακτη πίστη στη διαφάνεια, στην παραγωγικότητα, στην εξωστρέφεια, στην καινοτομία και στη θεσμική ακεραιότητα δεν είναι θεωρητικές έννοιες.

Είναι τα μόνα θεμέλια που μπορούν να βοηθήσουν τους πολίτες να κατανοήσουν το μέγεθος των προκλήσεων και να στηρίξουν μια συλλογική προσπάθεια για ένα πιο δίκαιο και βιώσιμο μέλλον.

Ο Απόστολος Πεταλάς είναι γενικός διευθυντής της Ενωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ)

Keywords