Η πραγματική συνεπιμέλεια

Ο κ. Γεωργιάδης, μέλος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής του ν. 4800/2021, αναφέρεται στο άρθρο του «Συνεπιμέλεια παιδιών: Η ακτινογραφία του νόμου – Τι προκύπτει από τα πρώτα 5 χρόνια εφαρμογής», στην «επιτυχία» της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας. Κατ’ αρχάς, θα ήταν ενδιαφέρον να αναφέρει πώς ακριβώς η τελική μορφή του νόμου Τσιάρα, εξελίχθηκε σε κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από τα πορίσματα της νομοπαρασκευαστικής – όπως δημοσίως έχουν γράψει άλλα μέλη της. Πώς, από ποιους και γιατί.

Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί πώς ακριβώς εφαρμόζεται η υποτιθέμενη γονεϊκή ισότητα (καμία άλλη μορφή ισότητας

δεν έχει απασχολήσει την πολιτεία βέβαια), μεταξύ ανθρώπων πολύ διαφορετικών μεταξύ τους οικονομικά και κοινωνικά, με διαφορά εξουσίας, ιδίως όταν το ένα μέρος υφίσταται έμφυλη κακοποίηση.

Για δε την έμφυλη κακοποίηση, υπάρχει σειρά νομικών κειμένων που την αναγνωρίζουν ως υπαρκτό κοινωνικό φαινόμενο και μάλιστα σε έξαρση τα τελευταία χρόνια. Πώς αντιμετωπίζονται τα θύματα βίας μετά την εφαρμογή του νόμου;

Σύμφωνα με το άρθρο, τα δύο πρώτα χρόνια εφαρμογής του νόμου παρατηρήθηκε μια «αμηχανία» των δικαστηρίων, τα οποία σε συντριπτικό ποσοστό ανέθεταν την αποκλειστική επιμέλεια στις μητέρες.

Αυτό δεν ήταν αμηχανία, αλλά η αναγνώριση ότι αφενός η ουσιαστική φροντίδα των παιδιών και η οικιακή φροντίδα, προσφέρονται πλειοψηφικά στη χώρα μας από τις θηλυκότητες και αφετέρου ότι το συμφέρον του παιδιού παραμένει προτεραιότητα. Βέβαια, πολλές εκπαιδεύσεις έκτοτε έχει δρομολογήσει το ελληνικό κράτος για την εκπαίδευση των δικαστών στον νέο νόμο και στο ψευδοσύνδρομο της αποξένωσης, αντί για την έμφυλη βία και τις συνέπειες αυτής στις γυναίκες και τα παιδιά.

Πράγματι, πλέον υπάρχει πληθώρα αποφάσεων που απονέμουν κοινή επιμέλεια, ακόμα και με εναλλασσόμενη διαμονή βρεφών και νηπίων, καθώς το συμφέρον του τέκνου σε σταθερότητα, προβλεψιμότητα και ρουτίνα – ό,τι δηλαδή όλοι/ες οι παιδοψυχίατροι ακόμα προτείνουν ως προαπαιτούμενο της υγιούς ανάπτυξης των παιδιών – έχει αντικατασταθεί, όχι στην παιδοψυχιατρική, αλλά στη νομική επιστήμη, από το συμφέρον και το δικαίωμα του γονέα.

Ωστόσο, υπάρχει πλούσια νομολογία για την ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας στον ένα γονέα, συνήθως στη μητέρα, εφόσον αυτή παραμένει το κύριο πρόσωπο φροντίδας, όχι μόνο στις περιπτώσεις κακοποίησης, αλλά και στις περιπτώσεις πλήρους αποδόμησης των σχέσεων των γονέων.

Θεωρείται δηλαδή ότι η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας, αλλά και η παντελής αδυναμία συνεννόησης, καθιστούν την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, αντίθετη προς το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. Αυτές οι αποφάσεις αποτελούν δίχτυ προστασίας για τα θύματα και αποδεικνύουν ότι η δικαστική κρίση δεν γίνεται να λειτουργεί με ποσοστώσεις επί του παιδιού.

Δεν ισχύει επομένως ότι για να αποκλίνει το δικαστήριο από την υποχρεωτική συνεπιμέλεια, πρέπει ο γονέας να κριθεί «εντελώς ακατάλληλος (κακοποιητικός, ασθενής ή παντελώς αδιάφορος)». Πληθώρα αποφάσεων αποτυπώνουν το αυτονόητο – ότι η ασφάλεια και η ηρεμία του παιδιού είναι αδύνατο να επιτευχθούν, βάζοντας υποχρεωτικά γονείς σε τροχιά σύγκρουσης να αποφασίζουν από κοινού καθημερινά ζητήματα, πόσο μάλλον όταν υπάρχει υπόβαθρο βίας: o κακοποιητής χρησιμοποιεί την υποχρεωτική συνεπιμέλεια για να ασκεί συνεχή έλεγχο, βία, ακόμα και να εκβιάζει οικονομικά το θύμα, το οποίο δε μπορεί ούτε καν να μετακομίσει σε άλλη πόλη, ακόμα και αν χάσει την εργασία του.

Η πραγματική συνεπιμέλεια, η συναινετική, απαιτεί σεβασμό και συνεργασία και ως τέτοια προϋπήρχε. Ο νόμος ήρθε να ρυθμίσει τα συγκρουσιακά διαζύγια και δη, τις περιπτώσεις που υπάρχει βία, προσφέροντας την υποχρεωτική συνεπιμέλεια ως εργαλείο διαιώνισής της.

Είναι, όμως, πλέον φανερό, στα 5 χρόνια του νόμου, ότι αυτός έχει οδηγήσει στη ραγδαία αύξηση της έμφυλης βίας, αλλά και στην αύξηση της ανάγκης για ψυχοσυναισθηματική συνδρομή στα παιδιά που έχουν γεννηθεί μετά την εφαρμογή του.

Η Ιωάννα Στεντούμη είναι δικηγόρος

Keywords
Τυχαία Θέματα