Η φιλία είναι πάνω από την αλήθεια

Η Αρεντ έκανε τρεις μήνες να του απαντήσει. Με μια εξίσου μακροσκελή επιστολή της, υπερασπίστηκε σημείο προς σημείο την άποψή της ότι ένα αποκλειστικά εβραϊκό εθνικό κράτος απειλούσε τόσο την ασφάλεια όσα και τα δημοκρατικά ιδεώδη των Εβραίων και κατόπιν αυτού «θα ήταν ένα βλακώδες και επικίνδυνο παιχνίδι». Εξέφρασε τη βαθιά της πεποίθηση ότι ένας συνεπής εθνικιστής δεν έχει κάποια στιγμή άλλη επιλογή από το να γίνει ρατσιστής. Αλλά απηύθυνε έκκληση στον Σόλεμ να μη γίνει ένας «φανατικός της αλήθειας» και να μην επιτρέψει σε μια «οργιώδη υπεράσπιση της αλήθειας» να χαλάσει μια φιλία που είχε

περάσει από πολέμους και εξορίες. Ενα ανθρώπινο πλάσμα, κατέληξε, «είναι πολύ πιο πολύτιμο από τις απόψεις του».

Ο Ανσο Σάντσεθ, ένας ισπανός φυσικός που διδάσκει εφαρμοσμένα μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Carlos ΙΙΙ της Μαδρίτης και ερευνά την ανθρώπινη συμπεριφορά, έλεγε αυτή την εβδομάδα στην El País ότι είναι πιο εύκολο να αλλάξεις γνώμη επειδή άλλαξαν και οι φίλοι σου, παρά επειδή σε έπεισε ένα επιχείρημα. Oταν δεν έχουν μετατοπιστεί πολύ αυτοί οι φίλοι μπορείς ακόμη να αντισταθείς, αλλά όταν όλοι γύρω σου αλλάξουν γνώμη έχεις πολύ λίγες επιλογές, γιατί αυτό που επικρατεί είναι ότι θέλεις να έχεις φίλους, θέλεις μια κοινωνική ζωή. Πρέπει να είσαι πολύ γενναίος ή να έχεις συνηθίσει να ζεις μόνος για να επιμείνεις στις απόψεις σου μέχρι θανάτου.

Η Αρεντ τα ήξερε αυτά. Και φυσικά ήταν πολύ γενναία. Σε μια συνέντευξη που έδωσε το 1964, τόνισε ότι το πραγματικό σοκ της ανόδου του Χίτλερ δεν ήταν ότι ένας δικτάτορας μπορούσε να κερδίσει μια δημοκρατική εκλογική αναμέτρηση. «Το πρόβλημα δεν ήταν τι έκαναν οι εχθροί μας, αλλά τι έκαναν οι φίλοι μας, πώς “συντονίστηκαν”, στοιχήθηκαν και βρήκαν επιχειρήματα υπέρ του νέου καθεστώτος», είπε. Οι φίλοι αυτοί στη συνέχεια την εγκατέλειψαν. Γύρω της δημιουργήθηκε ένας κενός χώρος.

Αυτός ο κενός χώρος δείχνει ακριβώς πού έχουμε κάνει λάθος, γράφει στους Financial Times ο Ρότζερ Μπέρκοβιτς, συγγραφέας, καθηγητής φιλοσοφίας και διευθυντής του Κέντρου Χάνα Αρεντ για την Πολιτική και τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες στο Bard College. Θεωρούμε ότι με τους ανθρώπους με τους οποίους διαφωνούμε δεν μπορούμε να είμαστε φίλοι, καθώς ανήκουν σε ένα διαφορετικό σύμπαν. Ομως η φιλία με κάποιον που απεχθανόμαστε τις απόψεις του βρίσκεται στον πυρήνα τόσο της πολιτικής όσο και της έννοιας του ανθρώπου. Φυσικά και η αλήθεια μετράει.

Φυσικά και τα γεγονότα μετράνε, χωρίς αυτά ο κυνισμός υπονομεύει τον κοινό μας κόσμο και η προπαγάνδα τρέχει με αστραπιαία ταχύτητα στο κενό. Πρέπει να επιμένουμε στα γεγονότα. Ομως τα γεγονότα μάς λένε μόνο αυτό που συμβαίνει, δεν μπορούν να μας πουν αυτό που θα έπρεπε να συμβαίνει ή που προσδίδει νόημα στις κοινές μας ζωές. Η πραγματική μάχη στην πολιτική δεν είναι να φτάσουμε σε μια συμφωνία γύρω από την αλήθεια, αλλά να οικοδομήσουμε έναν κοινό κόσμο μ’ εκείνους που βλέπουν αυτόν τον κόσμο διαφορετικά απ’ ό,τι τον βλέπουμε εμείς.

Βεβαίως υπάρχουν κόκκινες γραμμές. Η Χάνα Αρεντ υποστήριξε ότι ο Αϊχμαν έπρεπε να απαγχονιστεί γιατί δεν ήταν νοητό οποιοδήποτε μέλος της ανθρώπινης φυλής να μοιράζεται τον κόσμο μαζί του. Από την άλλη, υπερασπίστηκε τον παλιό της δάσκαλο Μάρτιν Χάιντεγκερ, παρόλο που εντάχθηκε στο κόμμα το 1933 και παρέμεινε πρύτανης του Πανεπιστημίουτου Φράιμπουργκ μέχρι το 1934, με το επιχείρημα ότι δεν δικαιολόγησε ποτέ τον μηχανισμό μαζικής εξόντωσης. Το όριο της φιλίας λοιπόν, καταλήγει ο Μπέρκοβιτς, δεν είναι η διαφωνία, όσο πικρή κι αν είναι, αλλά η συμπεριφορά που αρνείται στους άλλους μια θέση στον κοινό κόσμο. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν, αλλά είναι πιο σπάνιοι απ’ ό,τι νομίζουμε. Οι περισσότεροι άνθρωποι με τους οποίους διαφωνούμε – ακόμη κι εκείνοι που παραβιάζουν τους νόμους ή πληγώνουν συνανθρώπους τους – παραμένουν άνθρωποι με τους οποίους μπορούμε να συζητήσουμε, να προσπαθήσουμε να τους πείσουμε ή να τους δώσουμε μια ευκαιρία να μας πείσουν εκείνοι, στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τον κοινό μας κόσμο.

Χάνα Αρεντ (1906-1975)

«Αγαπώ μόνο τους φίλους μου»

To 1963, o Γκέρσομ Σόλεμ και η Χάνα Αρεντ συγκρούστηκαν ξανά, αυτή τη φορά για το βιβλίο της «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ». Ο καθηγητής του εβραϊκού μυστικισμού την κατηγόρησε ότι στερούνταν Ahavath Israel, αγάπης δηλαδή για τον εβραϊκό λαό. «Πόσο δίκιο έχεις ότι στερούμαι μιας τέτοιας αγάπης», του απάντησε εκείνη. «Ποτέ στη ζωή μου δεν «αγάπησα» κάποιο έθνος ή κάποια κοινότητα – ούτε το γερμανικό ούτε το γαλλικό ούτε το αμερικανικό έθνος, ούτε την εργατική τάξη ή οτιδήποτε άλλο. Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ μόνο τους φίλους μου και είμαι απολύτως ανίκανη για οποιοδήποτε άλλο είδος αγάπης». Η ρήξη τους ήταν πλέον οριστική. Αλλά το ερώτημα αν ένας Εβραίος είναι «υποχρεωμένος» να αγαπά τον εβραϊκό λαό παραμένει ακόμη και στις μέρες μας. Και εξακολουθεί να προκαλεί παρεξηγήσεις – ιδιαίτερα αν ο λαός αυτός εκπροσωπείται από κάποιον Νετανιάχου.

Keywords
Τυχαία Θέματα