Η έλξη που χάθηκε

Το φθινόπωρο δεν θα μπορούσε να μπει πιο απειλητικά για τον κόσμο, την Ευρώπη και τις δημοκρατικές χώρες. Οι τρεις μεγάλοι πόλεμοι όχι απλώς δεν τελειώνουν αλλά εντείνονται: Ρωσία και Ουκρανία πολλαπλασιάζουν τις επιθέσεις και τα ανθρώπινα θύματα, η Μέση Ανατολή πήρε και πάλι φωτιά, η σύγκρουση Αμερικής – Ιράν κακοφορμίζει και «βιετναμοποιείται».

Η δημοκρατία απειλείται συγχρόνως από την επέλαση των ακραίων δυνάμεων και την κόπωση των «κανονικών» ανθρώπων, οι δε εκλογές

που έρχονται σε μια σειρά από χώρες, από την ΗΠΑ ως την Ελλάδα, περνώντας από τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία, προοιωνίζονται το τελικό ίσως πλήγμα στην ίδια την έννοια της «πολιτικής σταθερότητας».

Μια σειρά από γεγονότα – επιθέσεις μηχανών, αυτονομήσεις και επιμολύνσεις συστημάτων, δημιουργία «σμηνών» χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση – και σήματα κινδύνου – αναλυτές που μιλούν για επικείμενη «Χιροσίμα», πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες που ζητούν άμεσο παγκόσμιο συντονισμό, εκπρόσωποι μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών που κάνουν λόγο για «μικρό παράθυρο ευκαιρίας», ώστε να προετοιμαστεί η ανθρωπότητα για «πολύ πιο ευρείες και προηγμένες επιθέσεις» – δείχνουν ότι βρισκόμαστε στο παρά ένα, αν όχι στο και ένα, της απώλειας ελέγχου, άρα της πιθανής καταστροφής, στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Οι δε «οάσεις δημοκρατίας» μάλλον παραδίδονται στη μοίρα τους, παρά παλεύουν να τη βελτιώσουν.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση θα μπορούσε να επωφεληθεί, και για μια περίοδο έδειξε να το αντιλαμβάνεται, από την παγκόσμια αναταραχή και διολίσθηση. Με την εγκατάλειψη της, και γενικώς την εγκατάλειψη της δημοκρατίας, από την Αμερική του Τραμπ, με τον ορατό κίνδυνο από την επιθετική Ρωσία, με την πίεση, αλλά και το φλερτάρισμα, από την Κίνα, με τη δύναμη των λαών και του πολιτισμού της, είχε ίσως μια δύσκολη αλλά υπαρκτή ευκαιρία για περισσότερη αυτονομία, γεωπολιτικό ρόλο, ενίσχυση και προβολή του στηριγμένου στη ποικιλότητα, τη συνύπαρξη και την ήπια ισχύ μοντέλου της.

Το περισσότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι η προσπάθεια έχει μείνει λειψή. Οι πυρετώδεις, υπό την πίεση των γεγονότων, ενισχύσεις των αμυντικών και στρατιωτικών δαπανών και υποδομών δεν έχουν συνοδευτεί από αντίστοιχη πολιτική και κοινωνική συσπείρωση. Ούτε καν στον προϋπολογισμό μπορούν να συμφωνήσουν αμετακίνητες από τις «κόκκινες γραμμές» μιας άλλης εποχής «φειδωλές» και «σπάταλες» χώρες, η κοινή αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής – της άλλης μεγάλης, δίπλα στην τεχνητή νοημοσύνη, πρόσκλησης της εποχής – έχει μείνει στα χαρτιά, ενώ το όποιο πολιτικό και πολιτιστικό πλεονέκτημα είναι αόρατο στα μάτια της διεθνούς κοινότητας αλλά και των Ευρωπαίων πολιτών. Η «άρνηση Ευρώπης» που εκφράστηκε στο πρόσφατο δημοψήφισμα της  Ισλανδίας, είναι εύγλωττη, παρά τις πολλές ιδιαιτερότητες – μικρή χώρα, με ήδη ικανοποιητική σχέση με την Ενωση και εθνικά θέματα, όπως η αλιεία και η αποστρατιωτικοποίηση, στα οποία τρομάζουν οι αλλαγές.

Εντός της Ευρώπης, η χώρα μας θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανήκει, παρά τα δομικά και συγκυριακά προβλήματα της, στις πιο σταθερές και βελτιωμένες τα τελευταία χρόνια. Η μακρόσυρτη πορεία προς τις εκλογές αναδεικνύει και μια άλλη όψη, που δεν πρέπει να υποτιμάται: η εγκατάλειψη της μεταρρυθμιστικής δυναμικής – με προπύργια τους τομείς της Παιδείας και της Υγείας, στους οποίους επιλέχθηκε συνειδητά μια λογική ιδιωτικοποίησης, εμπορικοποίησης και υποβάθμισης της ποιότητας – έχει βαρύ τίμημα, που θα πληρώσει, όποιο και αν είναι το εκλογικό αποτέλεσμα, το πολιτικό σύστημα και, κυρίως, η κοινωνία.

Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος

Keywords
Τυχαία Θέματα