Η ελληνική ασπίδα

Η άνοδος των γαλλικών επιτοκίων δοκιμάζει την ευρωζώνη. Η Ελλάδα είναι πιο ανθεκτική από ποτέ, αλλά όχι άτρωτη.

Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου ξεπέρασε το 5%, για πρώτη φορά από το 2002, και η διαφορά της από το γερμανικό πλησίασε τις 160 μονάδες βάσης, επίπεδα που θυμίζουν την κρίση χρέους του 2011-2012. Με δημόσιο χρέος κοντά στο 120% του ΑΕΠ, έλλειμμα πάνω από 5% και πολιτική αστάθεια

που δυσχεραίνει την ψήφιση του προϋπολογισμού, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης δοκιμάζει την υπομονή των αγορών.

Το πρόβλημα θα βαρύνει τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με την Agence France Trésor, ομόλογα ύψους περίπου 1,2 τρισ. ευρώ λήγουν την περίοδο 2027-2032, με μέσο τοκομερίδιο μόλις 1,7%. Αν αναχρηματοδοτηθούν με επιτόκιο 5%, η ετήσια δαπάνη τόκων θα αυξηθεί σταδιακά κατά περίπου 40 δισ. ευρώ, ποσό σχεδόν ίσο με το πακέτο περικοπών των 43 δισ. που κατατέθηκε για το 2027. Η δημοσιονομική προσαρμογή κινδυνεύει να εξανεμίζεται από τους τόκους.

Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στον προϋπολογισμό. Οι γαλλικές τράπεζες κατέχουν περίπου 300 δισ. ευρώ κρατικών τίτλων, ο CAC 40 έχει υποχωρήσει σχεδόν 11% από τις αρχές Αυγούστου και το κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών αυξάνεται. Πρόκειται για τον γνωστό φαύλο κύκλο: υψηλότερα επιτόκια, ασθενέστερη ανάπτυξη, χειρότερα δημόσια οικονομικά, ακόμη υψηλότερα επιτόκια.

Τα ευρωπαϊκά δίχτυα ασφαλείας έχουν όρια. Το Μέσο Προστασίας Μετάδοσης (Transmission Protection Instrument) της ΕΚΤ προϋποθέτει δημοσιονομική συμμόρφωση, ενώ η Γαλλία βρίσκεται υπό διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος από το 2024. Ο ESM, από την πλευρά του, είναι μικρός για οικονομία τέτοιου μεγέθους.

Πού βρίσκεται η Ελλάδα; Δανείζεται πλέον φθηνότερα από τη Γαλλία: στα μέσα Οκτωβρίου το ελληνικό δεκαετές απέδιδε 4,4%, με spread κάτω από τις 100 μονάδες βάσης, όταν το γαλλικό ξεπερνούσε το 4,8%. Η πρόσφατη ανάλυση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή εξηγεί γιατί. Με ημερήσια δεδομένα δέκα χωρών της ευρωζώνης για την περίοδο 2016-2026, δείχνει ότι τα ελληνικά ομόλογα, τα πιο ευάλωτα σε διεθνείς αναταράξεις στα χρόνια της πανδημίας, αντιδρούν πλέον όπως τα ιταλικά και τα πορτογαλικά.

Το κλειδί ήταν η μείωση του χρέους κατά περίπου 34 μονάδες του ΑΕΠ αλλά και τα σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα. Αντίθετα, χώρες όπου το χρέος αυξήθηκε, όπως η Γαλλία, δεν σημείωσαν καμία βελτίωση.

Η ανθεκτικότητα, όμως, δεν είναι ασυλία. Μια γαλλική κρίση θα προκαλούσε επανεκτίμηση του κινδύνου σε όλη την ευρωζώνη, και το ελληνικό χρέος, ακόμη στο 141% του ΑΕΠ, θα δοκιμαζόταν. Επιπλέον, καθώς τα δάνεια του επίσημου τομέα αντικαθίστανται σταδιακά από ιδιωτικό δανεισμό, η αγορά θα γίνεται πιο ευαίσθητη στις δημοσιονομικές μας επιλογές. Τ

ο μάθημα από το Παρίσι είναι σαφές: η εμπιστοσύνη των αγορών κερδίζεται αργά και χάνεται γρήγορα. Τα πρωτογενή πλεονάσματα, μαζί με μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη, δηλαδή τον παρονομαστή του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, παραμένουν η καλύτερη ασπίδα της χώρας.

Ο Γιάννης Τσουκαλάς είναι επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού  του Κράτους στη Βουλή και καθηγητής Οικονομικών στο Adam Smith Business School Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης

Keywords
Τυχαία Θέματα