Η δυστυχία μακριά μας

Εχουμε καθημερινά πολλά παραδείγματα, ώστε να συνειδητοποιούμε με ακρίβεια το πόσο καταστροφική είναι η «γλώσσα της πολιτικής» που, ενώ θέλει να εμφανίζεται ως καταγγελτική και μάλιστα σε όσο γίνεται οξύτερη μορφή, στην ουσία παραμένει μια γλώσσα καθησυχαστική, που, αντί να εξεγείρει, αδρανοποιεί. Μια γλώσσα που αν και αποβλέπει – υποτίθεται – να διορθώνει τα «κακώς κείμενα», τα «τακτοποιεί» στη συνείδηση των πολιτών, ως αναπόφευκτα, κι επομένως αφού έχουν κατά κάποιο τρόπο νομιμοποιηθεί, δικαιούνται να επαναλαμβάνονται

εις το διηνεκές.

Γεγονός που κάνει ακόμα και τις οφθαλμοφανέστερες αλήθειες να γίνονται δυσεξιχνίαστες, ώστε να μην αναρωτιόμαστε όλοι μας πώς γίνεται ο θυμός, η αγανάκτηση, η οργή, που κατακλύζουν συχνά τους πολιτικούς στις δημόσιες εμφανίσεις και στις ομιλίες τους, είτε από το βήμα της Βουλής είτε στις τηλεοπτικές συζητήσεις είτε όταν βγαίνουν στους δρόμους, να παροπλίζονται μόλις παύουν να υπάρχουν οι κάμερες και να επανέρχονται στις δουλειές τους – όπως κι αν τις εννοούν – χωρίς να αισθάνονται πως κάτι ιδιαίτερο είχε συμβεί, που θα ήταν αδύνατον να επαναληφθεί με την ίδια ένταση και τις ίδιες λέξεις οπουδήποτε αλλού ήθελε να έχουν βρεθεί.

Επιπλέον, σε όποιο βαθμό θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς μια λογικοφανή εξήγηση πως, όχι μόνον ένας πολιτικός, αλλά οποιοσδήποτε δεν μπορεί να αισθάνεται πως κάθεται, επί εικοσιτετραώρου βάσεως, πάνω σε αναμμένα κάρβουνα – έστω κι αν για οποιοδήποτε αίσθημα θυμού, αγανάκτησης ή οργής, πιστεύουμε πως εκφραζόμενο κατά παραγγελία, γίνεται αυτόματα ύποπτο – εξακολουθεί να παραμένει κάτι ηθικά καταδικαστέο και κοινωνικά ανεπανόρθωτα ζημιογόνο, η κατοχύρωση της πολιτικής διγλωσσίας – ή μάλλον πολυγλωσσίας – , ως κάτι αναπόφευκτο.

Δεν έχουμε παρά να προσέξουμε το πόσο διαφορετική γίνεται η χρήση της γλώσσας (των λέξεων δηλαδή) στα χείλη των πολιτικών, όταν πρόκειται να αποφανθούν και να σχολιάσουν δυστυχίες και καταστροφές που σημειώνονται σε απομακρυσμένες, σε σχέση με τη δική μας, χώρες και πόσο όταν οι δυστυχίες και οι καταστροφές έχουν χτυπήσει την πόρτα του δικού μας σπιτιού, της δικής μας χώρας. Ψύχραιμοι, συμπονετικοί βέβαια, αλλά και σαν καταχρηστικά να τους έχει ζητηθεί η συμπαράστασή τους αφού εκ των πραγμάτων δεν είναι μόνον ανήμποροι να κάνουν οτιδήποτε, αλλά δεν είναι και υποχρεωμένοι να το κάνουν.

Αλλά μιας και μιλάμε για ανθρώπους που, είτε μακριά μας είτε κοντά μας, δεν παύουν να παραμένουν το ίδιο ταλαιπωρημένοι, βασανισμένοι και δυστυχείς, αυτή η επιλεκτική ευαισθησία της πολιτικής, όσον αφορά τη χρήση της γλώσσας τουλάχιστον, αποκαλύπτει και τις πραγματικές τους προθέσεις. Δεν είναι δηλαδή μια βαθιά μορφή ενσυναίσθησης, αφού, αν υπήρχε, θα εκφραζόταν στον ίδιο βαθμό για το σύνολο της ανθρωπότητας και όχι ως ένας καιροσκοπικός, ταπεινός (όπως είναι κάθε τι καιροσκοπικό) υπολογισμός.

Με τη δυστυχία που υπάρχει μακριά μας να μην μπορεί να εργαλειοποιηθεί για ακραιφνώς προσωπικές πολιτικές τους (γράψε ψηφοθηρικές) σκοπιμότητες, εκμεταλλεύονται στον ύψιστο βαθμό, προκειμένου να προβούν σε μια αντίστοιχη εργαλειοποίηση, τη δυστυχία, όπως ακριβώς την προσφέρουν κιόλας συχνά με καταιγιστικούς ρυθμούς οι εγχώριες συνθήκες.

Μιλώντας, όμως, για τη δυστυχία με έναν τρόπο που την εγκαθιστά ως εξαίρεση για έναν συγκεκριμένο λαό και όχι ως απευκταία για όλους τους ανθρώπους, δεν είναι μόνον η έλλειψη ενός ουσιαστικού στόχου που θα μπορούσε να σου χρεωθεί· είναι πως νομιμοποιείς – σχεδόν εξαγιάζεις – τις φασιστικές διαφορές, όπως προκαλούνται σε ένα απροσμέτρητο βάθος όταν τη γλώσσα – το κατ’ εξοχήν όργανο, προκειμένου να ενώνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους – τη χρησιμοποιείς, για να υπογραμμίζεις πως το «εδώ» είναι σημαντικότερο από το «εκεί», κι επομένως οι άλλοι παραμένουν για μας μια αδιάφορη, αν όχι εχθρική, οντότητα.

Keywords
Τυχαία Θέματα