Η δυσωδία ως ευωδιά

Εχει βέβαια την εξήγησή του, όσο και αν αισθάνεται κανείς φοβερή δυσφορία προκειμένου να την αποδεχτεί, το γεγονός πως οποιαδήποτε τάξεως και μορφής σκάνδαλο και αν αποκαλυφθεί – μικρής ή μεγάλης, πολιτικής κοινωνικής ή ιδιωτικής προέλευσης –, μετριούνται σχεδόν στα δάχτυλα οι άνθρωποι που δεν θα ενδιαφερθούν· με έναν τόσο νοσηρό τρόπο, ώστε αν οι αποκαλυπτόμενες λεπτομέρειες δεν είναι όσο τις επιθυμούν δύσοσμες, σχεδόν να εξοργίζονται σαν να τους λένε ψέματα. Ακόμη και όταν έχει γίνει αντιληπτό πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο πια για να αποκαλυφθεί, μοιάζει σαν να θέλουν, όσοι είχαν σχεδόν ταυτιστεί

με το σκάνδαλο όσο διατηρούνταν στην επικαιρότητα, να συνεχίσουν να μεθάνε με τα αρώματά του – συγγνώμη, με τις αναθυμιάσεις του –, αν και στο μεταξύ έχουν ξεθυμάνει.

Με το πρόσχημα ότι τους έχει θίξει βαθύτατα το σκάνδαλο, είναι τόση η εμμονή τους προκειμένου να μην ξεφουσκώσει για να έχουν ένα λόγο υπάρξεως οι ίδιοι, ώστε φθάνει να αναρωτιέσαι μήπως τελικά τα σκάνδαλα δεν τα δημιουργεί, αλλά και αν δεν τα δημιουργεί, οπωσδήποτε τα συντηρεί, αυτή η διάσταση να φανταζόμαστε για κάτι πως μας απελπίζει, ενώ στην πραγματικότητα βαθύτατα μας ευχαριστεί.

Διαφορετικά αν αυτός ο συνειδησιακός ξεσηκωμός κάθε φορά που σκάει μύτη ένα σκάνδαλο, και μάλιστα πριν ακόμα αποκαλυφθούν οι πραγματικές του διαστάσεις, ήταν ειλικρινής, απηχούσε δηλαδή ένα γνήσιο αίσθημα αγανάκτησης και οργής, θα ήταν αδύνατο να μην είχε συγκροτηθεί μέσα στον χρόνο, μια αποφασιστικής τάξεως ηθική κύρωση, που θα απέτρεπε ένα σκάνδαλο, τόσο πολιτικής όσο και ιδιωτικής φύσεως να διαδέχεται με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια ένα προηγούμενο. Δεν σημαίνει βέβαια πως δεν συντελούν σε μεγάλο βαθμό οι συνθήκες μιας γενικότερης πολιτικής ανωμαλίας, ή αυτόχρημα καταδικαστέες ιδιωτικές συμπεριφορές ώστε τα σκάνδαλα είτε περιορισμένης είτε εκτεταμένης σημασίας να έχουν εξελιχθεί σε έναν διαιωνιζόμενο εφιάλτη.

Δεν είναι όμως, έστω και σε ένα πολύ μικρότερο βαθμό, ανεύθυνοι για την ύπαρξή τους όσοι σχεδόν καραδοκούν την αποκάλυψή τους, με την αίσθηση πως για ένα χρονικό διάστημα – που το εύχονται όσο δυνατόν μακρύτερο – θα «λειτουργήσουν» ως καταναλωτές ενός συναρπαστικού θεάματος, χωρίς να χρεώνονται καμιά απολύτως ευθύνη, όπως αν επρόκειτο για την παρακολούθηση των επεισοδίων ενός σίριαλ.

Αν τώρα όπως και με το σίριαλ, έτσι ακριβώς και με το σκάνδαλο, μπορεί ενδόμυχα, χωρίς να το συνειδητοποιείς, να έχεις αναγνωρίσει τον εαυτό σου ως ένα είδος απορριμματοφόρου, φαίνεται να έχει πολύ μικρή ή μάλλον καμία απολύτως σημασία. Αφού θα ήταν αδύνατο να συμβαίνει κάτι σχετικό και να μοιράζεσαι με τόσους πολλούς την ίδια ακριβώς δυσώδη συνθήκη.

Ολα φαίνεται να ξεκινούν από την αίσθηση της ελευθερίας, όπως τη βιώνουμε εμείς οι ίδιοι, με την έννοια πως όταν αποκρύπτεται ένα σκάνδαλο να θεωρούμε πως θίγεται βαθύτατα η ελευθερία μας, αλλά η ελευθερία μας να παραμένει ανέπαφη και να φαντάζει πως έχει πλήρως ικανοποιηθεί, όταν ο τρόπος με τον οποίον μας απασχολεί ένα σκάνδαλο, ενώ έχει γνωστοποιηθεί, μπορεί να είναι ο ακραιφνώς κουτσομπολίστικος.

Με λίγα λόγια να εξισώνουμε την ελευθερία μας με την όσο γίνεται πιο πληθωρική τροφή για κουτσομπολιό, ενώ τη στέρηση της τροφής αυτής να τη λογαριάζουμε ως ανελευθερία μας. Οταν λοιπόν ο οποιοσδήποτε, πόσο μάλλον ένας ολόκληρος λαός, δίνει καθημερινά εξετάσεις ως προς το τι θεωρεί ελευθερία του, ο καθένας που σχεδιάζει ένα σκάνδαλο – πολιτικός, δήμαρχος, νομάρχης, περιφερειάρχης, ή οι ιθύνοντες μιας δημόσιας υπηρεσίας – μπορούν να υπολογίζουν σε μια δυσπιστία, ή έστω επιφύλαξη, για το αν το σκάνδαλο διεπράχθη ή όχι, καθώς η τροφή που έχει προσφέρει ως αντικείμενο κουτσομπολιού, δεν παύει να είναι κάτι που χρεώνεται ευγνώμονα σε όλους τους παραπάνω.

Keywords
Τυχαία Θέματα