Γιατί είναι δύσκολη η πρόληψη;

Το μπαράζ των διώξεων εναντίον των φερόμενων απατεώνων και εγκληματιών (Pizza Fan, Χωριάτικο, Basketgate) εντυπωσιάζει όχι μόνο για τον συγχρονισμό τους αλλά και για την οργανωμένη επικοινωνιακή καταιγίδα που τις συνοδεύει.

Μέσα στη βροχή των συνεντεύξεων ποικίλων κυβερνητικών ανευθυνο-υπεύθυνων ξεχώρισε η σιωπή των περισσότερων όσον αφορά την πρόληψη των παράνομων πράξεων. Τούτο γίνεται ακόμη πιο αξιοπερίεργο, εάν λάβει κανείς υπόψη του τα μεγάλα χρονικά διαστήματα εντός των οποίων εκτυλίσσονταν οι παρανομίες. Χωρίς να λέγεται ευθαρσώς,

υπονοείται ότι η ποινική καταστολή και τα όργανα που είναι εντεταλμένα προς τούτο (εισαγγελία, αστυνομία) είναι όχι απλώς τα μόνα αρμόδια αλλά και τα μόνα ικανά να πατάξουν αυτές τις στάσεις και συμπεριφορές.

Ακόμη όμως κι εκείνοι που επισημαίνουν την έλλειψη μηχανισμών και πολιτικών πρόληψης δεν υποδείχνουν με ποιον τρόπο μπορεί να γίνει αυτό. Τι συμβαίνει, λοιπόν, με την πρόληψη; Τι κάνει τόσο δύσκολη την επίτευξή της; Μια σειρά ελλείψεων, παραλείψεων και ηθελημένων επιλογών την κρατούν σε εμβρυακό στάδιο, ακόμη και σε τομείς μείζονος επικινδυνότητας (π.χ. φυσικές καταστροφές). Ακολουθεί η απαρίθμηση των κυριότερων:

1. Η καχεξία των μηχανισμών παρακολούθησης των στόχων των υπηρεσιών

Παρ’ όλο πως το σύνολο των δημοσίων οργανισμών έχει στόχους τους οποίους οφείλει να παρακολουθεί και να επιτυγχάνει, αυτοί δεν αποτελούν παρά πάρεργο για τους περισσότερους. Το Δημόσιο σκιαμαχεί καθημερινά με το τέρας της adhocness – ένα «επείγον» που εκτοπίζει το προηγούμενο «επείγον». Η μακροπρόθεσμη, ακόμη και η μεσοπρόθεσμη, ικανότητα προγραμματισμού και άσκησης πολιτικής είναι, εξ αυτού και μόνο του λόγου, σχεδόν ανέφικτη. Η βασική αιτία γι’ αυτό δεν είναι η εγγενής ανοργανωσιά μας, όπως ο αστικός μύθος θέλει, αλλά οι πελατειακές πιέσεις για ρυθμίσεις και εξαιρέσεις από τους κανόνες που επιτυγχάνονται με όχημα την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στο νομοθετικό σώμα και τον εκτελεστικό βραχίονα της εξουσίας. Οι στόχοι και, κατ’ ακολουθία, οι έλεγχοι μπορούν να περιμένουν.

2. Η μη σύνδεση των θέσεων εργασίας, συγκεκριμένων δεξιοτήτων και δεικτών μέτρησης της απόδοσης των εργαζόμενων

Η μη ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης που αφορούσε τα περιγράμματα των θέσεων εργασίας δημιούργησε προβλήματα στην περιγραφή και, ιδίως, στην εφαρμογή, των δεξιοτήτων και συνακόλουθα της αξιολόγησης υπαλλήλων και οργανισμών.

Ενώ, λοιπόν, έχουν θεσπιστεί οι κανόνες σύγχρονης λειτουργίας των υπηρεσιών – μεταξύ των οποίων και οι προληπτικοί έλεγχοι – η εξατομίκευσή τους είναι σχεδόν ανέφικτη, αφ’ ης δεν ορίζεται σαφώς ποιος είναι αρμόδιος για ποια δραστηριότητα και πώς θα γνωρίζουμε εάν την εκτέλεσε σωστά ή πλημμελώς.

3. Η απροθυμία ενίσχυσης των ελεγκτικών μηχανισμών

Αν και υπάρχει ένα πλήρες ρυθμιστικό οπλοστάσιο για τη δημιουργία και λειτουργία πάσης φύσεως ελεγκτικών μηχανισμών, όλοι αυτοί υπο-αποδίδουν. Ο λόγος, γι’ αυτό, δεν βρίσκεται μόνο στη μη φιλική προς τον έλεγχο κουλτούρα των δημοσίων οργανισμών αλλά και στην ανυπαρξία οριζόντιων αρμοδιοτήτων που θα επέτρεπαν την, κατά το δοκούν, άσκησή τους από τους ειδικώς, προς τούτο, καταρτισμένους δημόσιους λειτουργούς των ελεγκτικών σωμάτων. Οι περισσότεροι έλεγχοι δεν είναι παρά συστάσεις, την εφαρμογή των οποίων δεν εντέλλεται κανείς.

4. Η ελλιπής γνώση της οργάνωσης και λειτουργίας των παραβατικών και εγκληματικών συμπεριφορών

Οι παραβατικές και εγκληματικές ομάδες ενσωματώνουν με μεγάλη ταχύτητα τις σύγχρονες τεχνολογίας, γεγονός το οποίο υποχρεώνει στην αντίστοιχη ενσωμάτωσή τους από τις δημόσιες υπηρεσίες. Τούτο έχει αποδειχτεί εξαιρετικά δύσκολο για την ελληνική περίπτωση, τόσο λόγω άγνοιας όσο και λόγω της ύπαρξης πελατειακών και συντεχνιακών αντιλήψεων που εμπόδισαν τη χώρα να αποκτήσει ένα στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης των ψηφιακών τεχνολογιών, που θα μπορούσε να παράγει ένα πλαίσιο ασφάλειας απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις, αξιοποιώντας τους πακτωλούς των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων.

Εν κατακλείδι, το πρόβλημα των πλημμελών ελέγχων στη χώρα μας δεν οφείλεται στην έλλειψη ρυθμίσεων ή γνώσεων όσον αφορά τα μέσα και τους πόρους που πρέπει να διαθέσουμε προς τούτο. Οφείλεται, κυρίως, στον δισταγμό και, κατά περιόδους, στην άρνηση των πολιτικών προϊσταμένων της διοικήσεως να τους υποστηρίξουν έμπρακτα.

Μάλιστα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το διεθνές περιβάλλον όσο και τα πεπραγμένα της τελευταίας διακυβέρνησης έχει κανείς την εντύπωση ότι η χώρα αναζητά την ισορροπία της μεταξύ της ολοκλήρωσης ενός ημιτελούς διοικητικού εκσυγχρονισμού και της υπαναχώρησής της σε λειτουργίες και δομές πελατειακού χαρακτήρα που τις χαρακτηρίζει αδιαφάνεια, εξυπηρέτηση «ημετέρων» και υποχώρηση του κράτους δικαίου.

Η ενίσχυση και η εφαρμογή των ελέγχων στο σύνολο των δημοσίων υπηρεσιών μετατρέπονται, συνεπώς, σε στήριξη της ίδιας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Ο δρ Παναγιώτης Καρκατσούλης είναι εμπειρογνώμονας Δημόσιας Διοίκησης

Keywords
Τυχαία Θέματα