Φόρος στο αίσθημα ανασφάλειας

Ποιος θυμάται τον Αλκέτ Ριζάι; Η θεαματική απόδρασή του με ελικόπτερο το 2006, μαζί με τον Βασίλη Παλαιοκώστα, τροφοδότησε μια ποπ μυθολογία που συχνά αισθητικοποιεί την παραβατικότητα και μεταμορφώνει τον βίαιο εγκληματία σε αντισυστημικό ήρωα. Πριν συλληφθεί ξανά, πάντως, είχε προλάβει να εργαστεί για διαβόητους κακοποιούς και να διαπράξει δύο εν ψυχρώ δολοφονίες στο Περιστέρι, για τις οποίες καταδικάστηκε σε δις ισόβια.

Δεν έμεινε πολύ στη φυλακή. Δραπέτευσε το 2009, ξανά από τον Κορυδαλλό, ξανά με ελικόπτερο! Συνελήφθη ξανά και μεταφέρθηκε στις φυλακές Μαλανδρίνου, όπου επίσης προσπάθησε να δραπετεύσει ακόμα μία φορά το 2013, κρατώντας ομήρους πέντε δεσμοφύλακες. Εκείνη τη φορά δεν τα κατάφερε. Αλλά επειδή το σωφρονιστικό σύστημα στην Ελλάδα αποδείχθηκε εξαιρετικά γενναιόδωρο, ο Αλκέτ Ριζάι άρχισε το 2021 να λαμβάνει τακτικές άδειες. Κατά την πρώτη από αυτές, εντοπίστηκε σε αυτοκίνητο μαζί με καταζητούμενο για ανθρωποκτονία, ο οποίος συνελήφθη.

Οι άδειες από τη φυλακή είναι μέτρο ανακούφισης των φυλακισμένων· είναι απόδειξη του ενδιαφέροντος των σημερινών κοινωνιών για τους ανθρώπους – ακόμα και για τους βαριά εγκληματίες – να κρατήσουν επαφή με τους ανθρώπους τους και, αν φυσικά με τη στάση τους το αποδεικνύουν, να ανακουφίζονται από το βάρος της συνεχούς επιτήρησης, που είναι συνώνυμο της φυλακής.

Αλλά το ανθρωπιστικό μέτρο της άδειας δεν μπορεί να δίνεται καταχρηστικά σε πρόσωπα που θα το χρησιμοποιήσουν, είτε για να υπενθυμίσουν την παρουσία τους και τον κοινωνικό αντίκτυπο του εγκλήματός τους (όπως είχε συμβεί με την άδεια στον ισοβίτη σίριαλ κίλερ της τρομοκρατικής 17 Νοέμβρη, Δημήτρη Κουφοντίνα, που φλέξαρε με οπαδούς της φονικής ιδεολογίας του στα σημεία της δολοφονικής δράσης του) είτε για να επωφεληθούν, για να συντονίσουν εγκληματική δραστηριότητα ή για να δραπετεύσουν.

Γι’ αυτό άλλωστε ο νόμος δεν λέει ότι η άδεια δίνεται οριζόντια σε όλους τους φυλακισμένους, αλλά ότι εξετάζεται η συμπεριφορά στη φυλακή όσων τη ζητούν. Οι τακτικές άδειες κρατουμένων, άλλωστε, ρυθμίζονται από τον Σωφρονιστικό Κώδικα και αποφασίζονται από το αρμόδιο συμβούλιο της φυλακής. Επειδή ναι μεν η κοινωνία αξίζει να δίνει ευκαιρίες στους παραβάτες του νόμου, ωστόσο πρέπει κι η ίδια η κοινωνία να προφυλάσσεται από τη βαριά παραβατικότητα και από το έγκλημα.

Δεν ξέρω ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία παίρνουν άδειες οι φυλακισμένοι, αλλά μου κάνει εντύπωση ότι ένας δύο φορές δραπέτης, που προσπάθησε και μια τρίτη φορά να το σκάσει, απειλώντας τη σωματική ακεραιότητα των φυλάκων του, και επιπλέον, ένας κατάδικος που συνελήφθη για παραβατική συμπεριφορά στην προηγούμενη άδεια που έλαβε, αντιμετωπίστηκε ως αρσακειάδα από το αρμόδιο συμβούλιο.

Δεν είναι δηλαδή κάτι απροσδόκητο ότι ο συγκεκριμένος κακοποιός, στη νέα άδεια που έλαβε, φέρεται να ενεπλάκη σε αιματηρό επεισόδιο σε νυχτερινό κέντρο, και χτες βεβαίως δεν επέστρεψε στη φυλακή. Προσωπικά, αναμένω την απόδοση ευθυνών. Ποιοι και γιατί έδωσαν άδεια σε έναν παραβατικό με τέτοια προϊστορία; Ποιοι και γιατί έκαναν τα στραβά μάτια στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου καταδίκου; Κι αν αύριο-μεθαύριο συμβεί κάτι σοβαρό με πρωταγωνιστή τον συγκεκριμένο, που προστεθεί σε περιστατικά τα οποία εξάπτουν την ανασφάλεια των ανθρώπων, σε ποιον θα ανήκει η ευθύνη, αν όχι στο κράτος, τα όργανα του οποίου με τόση ελαφρότητα αποφασίζουν τόσο κρίσιμα θέματα; Ποιος θα πληρώσει τον φόρο στο αίσθημα ανασφάλειας που τέτοιες επιλογές γεννούν;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι απαραίτητη, όπως και η απόδοση ευθυνών – κι ας στενοχωρηθούν όσοι γοητεύονται από την αισθητικοποίηση της παραβατικότητας και τη δήθεν εξανθρωπιστική μυθολογία της.

Τελετή αποχαιρετισμού

Η πάνδημη παρουσία στην κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη έδειξε κάτι που συχνά διαφεύγει από όσους παρατηρούν τον λαϊκό πολιτισμό από απόσταση: ο δημοφιλής τραγουδιστής δεν είναι απλώς ένας διασκεδαστής· γίνεται μέρος της προσωπικής μνήμης ανθρώπων που ταυτίζονται με τη δουλειά του, αλλά και με την εικόνα του. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους, ο Μαζωνάκης ήταν ταυτόχρονα πετυχημένος και ευάλωτος, πιο κοντά δηλαδή στο μεγάλο κοινό, που αναζητά ταυτίσεις. Ενα ποπ είδωλο – εκπρόσωπος μιας τέχνης ελληνικής, που πλαισιώθηκε από ένα τσαλακωμένο δημόσιο πρόσωπο, το οποίο παρ’ όλα αυτά θεωρήθηκε αντισυμβατικό και ιδιαίτερο.

Το πλήθος που βρέθηκε στη Νίκαια, σε μια μεγάλη λαϊκή τελετή αποχαιρετισμού στην οποία όλοι εκείνοι ήθελαν να λένε «ήμουν κι εγώ εκεί», δεν αποχαιρέτησε μόνο έναν καλλιτέχνη· αποχαιρέτησε ένα κομμάτι της δικής του ζωής, των δικών του ταυτίσεων, των δικών του παθών και της δικής του εξιδανίκευσης. Και συγχρόνως επιβεβαίωσε πόσο μεγάλη απόσταση εξακολουθεί να χωρίζει την πραγματική λαϊκή απήχηση, την κοινή αίσθηση για τη γνησιότητα, την ειλικρίνεια και την αμεσότητα του καλλιτεχνικού φαινομένου από τις αξιολογήσεις της επίσημης πολιτιστικής δημόσιας σφαίρας.

Keywords