Φασέικη γαστρονομία

Πριν από δύο δεκαετίες περίπου, την εποχή που νομίζαμε ότι ήμασταν πλούσιοι και τα κυκλαδονήσια βρίσκονταν στα ανοιχτά των Κάτω Χάμπτονς, είχαμε δει την επέλαση των διεθνών όρων και επεμβάσεων στην ελληνική κουζίνα.

Η ταραμοσαλάτα έγινε μους ταραμά, ο μαρινάτος γαύρος σεβίτσε, πολλά πιάτα αποδομήθηκαν για να αποκτήσουν πιο χάι προφίλ, η τρούφα (το μανιτάρι, όχι η σοκολατένια, γνωστή και ως «ποντικοκούραδο») μπήκε ακόμη και στο τηγανιτό αβγό. Επειδή όμως όλα είναι μόδα και η μόδα πρέπει να πεθαίνει σχετικά νωρίς για να επιβιώνει το εμπόριο, τώρα έχουμε περάσει στην άλλη πλευρά του φεγγαριού·

την και καλά εναλλακτική. Πολλή παράδοση βρε παιδί μου, πολύ στουμπηχτό κρεμμύδι κοστολογημένο ως τροφή πολυτελείας, πολύ «ροβύθι», πολύς «κιοφτές» (έτσι έχω δει και τα δύο γραμμένα σε μενού μετατσιπουράδικου).

Σε ένα τέτοιο μαγαζί, στο νησί, βρέθηκα πριν από λίγες μέρες. Ηταν στην κορυφή του βουνού, στη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση σε ένα τόσο δα νησάκι, απ’ όποιο σημείο του κι αν ξεκινούσες. Μάλιστα, οι γνωρίζοντες επέμεναν να πάμε νωρίς για να απολαύσουμε το πανοραμικό ηλιοβασίλεμα· ξεκινήσαμε λοιπόν μέσα στη λαλάκα. Το χειρότερό μου, αλλά είπα ότι θα ανταμειφθώ με τη θέα.

Τέλος πάντων· φθάσαμε, περπατήσαμε και καμιά τριακοσαριά μέτρα σε κατσάβραχα, να το μαγαζί το οποίο όμως ήταν σε εσωτερικό, πολύ εσωτερικό χώρο. Οχι μόνο δεν υφίστατο υπόνοια θέας ηλιοβασιλέματος, αλλά δεν καταλάβαινες καν αν έξω ήταν μέρα ή νύχτα, αφού δεν υπήρχε παράθυρο – παρά μόνο ένα τοσοδούτσικο, σαν φεγγίτης, άνοιγμα στο ταβάνι. Επρόκειτο άλλωστε για ένα πέτρινο χτίσμα του 19ου αιώνα, καλύβα κάποιου ξωμάχου ή σταύλος ή κάτι τέτοιο. Υπήρχαν καρέκλες στα τραπεζάκια αλλά κυρίως χτιστοί πάγκοι με κουρελούδες που έτσι και φορούσες σορτς, όταν σηκωνόσουν, η ύφανση είχε αποτυπωθεί με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στα μπουτάκια σου.

Αρχισα να φορτώνω, να αισθάνομαι αμηχανία και ασφυξία συγχρόνως, αλλά εγώ δεν είμαι και εύκολος άνθρωπος, δεν αποτελώ χαρακτηριστικό δείγμα. Εντάξει, για το φαγητό ήμουν προετοιμασμένη, δεν επρόκειτο για εστιατόριο, ούτε καν για μεζεδοπωλείο, αλλά εντάξει καν’ το πιο μερακλίδικο φίλε. Βάλε κάτι έξτρα στον καγιανά, μη μου τον φέρνεις τόσο νερουλό, πάρε ένα καλύτερο ζυμωτό ψωμί, δείξε μου ότι σημασία δεν έχει η ποικιλία αλλά η ποιότητα. Εν τω μεταξύ, έκανα το λάθος να ζητήσω μια κόκα κόλα. Ο σερβιτόρος μού απάντησε, ευγενικά αλλά αποστασιοποιημένα, ότι προσπαθούν να σερβίρουν μόνο ελληνικά προϊόντα, μου έφερε μια ελληνική κόλα, ας μη σχολιάσω τη γεύση της. Κι εκεί πάνω στην κουβέντα – δεν ξέρω πώς – έμαθα ότι, για ιδεολογικούς λόγους, δεν κάνουν κρατήσεις στο συγκεκριμένο μαγαζί. Το θεωρούν πολύ καπιταλιστικό μάλλον.

Ε λοιπόν, εδώ και χρόνια προσπαθώ να σκεφτώ ένα όρο που να περιγράφει με ακρίβεια τον φασεϊσμό. Η επίσκεψη στο συγκεκριμένο μαγαζί τον έφερε μπροστά στα μάτια μου· κι αυτό ήταν ένα κέρδος. Χώρια που, όταν κατέβηκα στην πόλη, καταβρόχθισα ένα ωραιότατο χάμπουργκερ. Ε, τι νηστικιά θα έμενα;

Ψωμί με βιογραφικό

Οχι βέβαια πως σταμάτησαν να σερβίρουν υπερτιμολογημένα φύκια (κυριολεκτικά όμως φύκια) για γκουρμεδιές, στα πιο χλιδάτα, λέμε τώρα, νησιά. Ρε φίλε, γιατί να πληρώσω 25 ευρώ την μπουγάτσα επειδή μου τη σερβίρεις ως υπερπαραγωγή; Αφού με την πρώτη μπουκιά, η υπερπαραγωγή θα καταρρεύσει. Ή γιατί να δώσω άλλα τόσα για έναν καγιανά; Επειδή καρφώνεις κάθετα στο πιάτο ένα κομμάτι φέτα και ένα παξιμάδι; Αν ήθελα να ικανοποιήσω τις εικαστικές μου ανησυχίες θα πήγαινα σε γκαλερί, όχι σε εστιατόριο.

Σε εστιατόριο στην Αντίπαρο πάλι, με λογικούτσικες για την ιστορία του τιμές, ο σερβιτόρος που πήρε την παραγγελία επέμενε να του πούμε πόσες ακριβώς μερίδες ψωμί θέλαμε. Εφτά άτομα ήμασταν, πέντε του ζήτησαμε, μη μας πει και πεινασμένους. Ωραίο ήταν, το σήκωναν και τα σαλτσερά φαγητά που τρώγαμε, ζητήσαμε επανάληψη. Στον λογαριασμό είδαμε ότι μας το είχαν χρεώσει 50 ευρώ. Για δέκα μερίδες ψωμί. Πέντε ευρώ η θερμίδα. Διότι ήταν αργής ωρίμανσης. Δεν ήξερα ότι πλέον τα ψωμιά κοστολογούνται με βάση τα βιογραφικά τους.

Keywords
Τυχαία Θέματα