Ερωτήματα και απαντήσεις

Ο Γούντι Αλεν στο «Radio Days» έλεγε: «Eχω μια απάντηση, κάντε μου ένα ερώτημα». Κάπως έτσι κινούνται και στα ΜΜΕ οι περισσότεροι εκ των εκπροσώπων των κομμάτων. Γι’ αυτό και πολιτική σήμερα σημαίνει πλήξη.

Eνα ερώτημα που διαρκώς τίθεται είναι το ποιος θα είναι δεύτερος. Το σωστό ερώτημα, όμως, είναι τι θα γίνει αν το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ είναι δεύτερο και τι αν δεύτερη είναι η ΕΛΑΣ.

Αν είναι το ΠΑΣΟΚ, αυτό δεν μπορεί να ξεπεράσει, με αυτό τ’ όνομα, το ταβάνι του 12%-14%. Θα παραμείνουμε στο σύστημα του ενός και μισού κόμματος με κυρίαρχη τη ΝΔ.

Κόμμα με κακό brand name για εννιά στους δέκα Eλληνες/Ελληνίδες – λόγω των άδικων κατηγοριών για τα μνημόνια και των δίκαιων για διαφθορά – και κόμμα στο όνομα του οποίου «ορκίζεται» το άλλο 10%. Αυτό σημαίνει κόμμα με όνομα τοξικό για τον εαυτό του, το οποίο βεβαίως δεν είναι καθόλου τοξικό, όσον αφορά τις θέσεις του και την εμπειρία πολλών εκ των στελεχών του – θέση μου από το 2014.

Το ίδιο αλλά για εντελώς άλλους λόγους ισχύει και για τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ΕΛΑΣ, όμως, παρ’ όλο που κι αυτή επιβαρύνεται από το παρελθόν του ΣΥΡΙΖΑ, φέρνει ένα πνεύμα ανανέωσης που μπορεί να την κάνει κόμμα καταλύτη για την ανατροπή της ΝΔ μέσω της σύγκλισης των δυνάμεών της, πέραν του Κέντρου – Αριστεράς, όπως άλλωστε τονιζόταν και στο Μανιφέστο του Ινστιτούτου Τσίπρα.

Πώς, όμως, η ΕΛΑΣ θα ανατρέψει τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα; Να στραφεί στο «Κέντρο» ή να εκπέμψει καθαρό αριστερό στίγμα και να σταθεί σ’ αυτό, για να πείσει και τους μη αριστερούς ψηφοφόρους; Να επιμείνει σε θέσεις μη πειστικές, όπως η πατριωτική εισφορά του 1%, και μη αριστερές, όπως η άρνηση της 13ης σύνταξης και μισθού;

Η επιβεβαίωσή της ως κυβερνώσας Αριστεράς θα εξαρτηθεί από το πόσο καθαρά θα εκφράσει αιτήματα, όπως η προοδευτική φορολογία και η σημασία του κράτους πρόνοιας ως μοχλού ανάπτυξης και όχι ως νεοφιλελεύθερου «διχτυού ασφαλείας». Μόνο έτσι θα πείσει πως δεν δίνει μάχες χαρακωμάτων, μια μάχη για τη δεύτερη θέση, αλλά μια μάχη για την πολιτική αλλαγή και την αριστερή αλλαγή των πολιτικών.

Υπάρχει, όμως, ένα άλλο ερώτημα εξίσου σημαντικό. Γιατί αντέχει ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Στην ελληνική κοινωνία ένας σχεδόν στους τρεις εμπιστεύεται μια κυβέρνηση που τη βαραίνουν οκτώ χρόνια εξουσίας με υποκλοπές, ακρίβεια, σκάνδαλα όπως αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ, ένα απίστευτο μοίρασμα του χρήματος σε ημέτερους μέσω του Ταμείου Ανάπτυξης και των απευθείας αναθέσεων. Μια κυβέρνηση κοινωνικού αυτοματισμού, που στελέχη της θεωρούν «κακομοίρηδες», όλους όσοι δεν μπορούν να παρακολουθούν τους ρυθμούς της αγοράς, και εκβιαζόμενους από τους εργάτες τους εργοδότες.

Σίγουρα όλα αυτά τα χρόνια μέσω μικροδιευθετήσεων έχουν αναπτυχθεί ισχυροί δεσμοί εξάρτησης με ορισμένα κοινωνικά στρώματα, αλλά δεν είναι μόνο αυτή η αιτία αντοχής της ΝΔ και της κυβέρνησης. Δυστυχώς, ένα μεγάλο ποσοστό του ελληνικού λαού, λόγω και των προαναφερθεισών αμφισημιών της, πέραν του Κέντρου – Αριστεράς, προτιμά ένα κακό που το ξέρει, από ένα καλό που δεν το ξέρει. Αυτό σημαίνει «σταθερότητα» γι’ αυτούς. Εδώ ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ καλούνται να βρουν κοινές απαντήσεις, ίσως και μέσω των Ινστιτούτων τους.

Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι κοινωνιολόγος, συγγραφέας

Keywords
Τυχαία Θέματα