Είμαι το νούμερο οκτώ*

Με αφορμή την εκδημία του Λάκη Χαλκιά ακούστηκε και ξανακούστηκε ψηφιακά και ραδιοφωνικά η περίφημη «Φάμπρικα» από τον δίσκο «Μετανάστες» των Γιάννη Μαρκόπουλου και Γιώργου Σκούρτη. Εναν δίσκο όπου ο Χαλκιάς συνερμήνευσε τα τραγούδια με τη Βίκυ Μοσχολιού το μακρινό 1974.

Πολιτικό και κοινωνικό τραγούδι εντάσσεται στην εποχή που γράφτηκε και διέδρασε με την τότε συνθήκη, είναι όμως αξιοσημείωτο πάντα όταν ένα έργο υπερβαίνει τη χρονικότητά του και αφορά και ένα μεταγενέστερο κοινό. Κάτι τέτοιο το καθιστά πάντα κλασικό και παρότι η «Φάμπρικα» δεν είναι ένα ερωτικό ή ένα εύκολο κομμάτι,

αφού η ταξικότητά του κανονικά θα στένευε τη δημοφιλία του. Πάμε, όμως, στην εποχή και την κατασκευή όλου του τότε δίσκου. Μετάβαση πολιτική στην ελληνική κοινωνία αλλά και μια εποχή όπου τα ρεύματα της μετανάστευσης συνέχιζαν να ρέουν. Οχι ακριβώς με τη μορφή των ροών του ’60 που τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης.

Ισως γι’ αυτό ο στιχουργός και συγγραφέας Σκούρτης δεν κατονομάζει τον ξένο τόπο (Καναδά, Γερμανία, Αμερική, Αυστραλία, Βέλγιο για παράδειγμα) αλλά αφήνει το πεδίο άτοπο και άχρονο. Ο μόνος προσδιορισμός είναι η ίδια η φάμπρικα που προδίδει τη δουλειά ενός κάποιου βιομηχανικού προλεταριάτου και μιας πολυεθνικής βάρδιας εργατών. Ως εκεί. Εδώ έρχεται ο Γιάννης Μαρκόπουλος που ιδιοφυώς επιλέγει λαϊκή φόρμα και με κυρίαρχο το μπουζούκι του Κώστα Παπαδόπουλου.

Το ακόμη πιο ιδιαίτερο είναι πως επιλέγει τον Χαλκιά και όχι έναν κλασικό βάρδο της αστικής μουσικής. Τον Χαλκιά από τη μακρά δημώδη παράδοση. Με μια αλύγιστη φωνή, απέριττη. Ο Μαρκόπουλος έχει ήδη αποπειραθεί – με τη συμμετοχή και του Λάκη – την περίφημη «Επιστροφή στις Ρίζες» («Θητεία» κ.τ.λ.), αναγκαία μοντέρνα τομή μακριά από την καταστροφική προγονοπληξία με συγκερασμό λαϊκών και δημοτικών οργάνων και ηχοτοπίων. Γιατί, όμως, αυτό το μακρινό τραγούδι συγκινεί και τώρα όσους συγκινεί; Τη δεκαετία του ’90 οι μικροαστοί χλεύαζαν τα τραγούδια της μετανάστευσης του Καζαντζίδη ή τα ταύτιζαν με μια κλάψα ή και μια εποχή που δεν υπήρχε πια. Αναγκαία συμπεριφορά για όσους ήθελαν θαμμένη κάθε λαϊκή τους ρίζα. Από γούστο, είχαν και έχουν το κάθε δικαίωμα.

Μέχρι που ήλθε η κρίση που το ίδιο το σύστημα προκάλεσε σε βάρος των πολλών. Και τα παιδιά ή τα εγγόνια εκείνων των εικονοκλαστών του Καζαντζίδη, εγγράφονταν πια στο brain drain. Τι άλλαξε; Οι ειδικότητες. Κι αυτές όχι πάντα. Μπορεί και τα μέρη. Τώρα δεν ήταν πια δημοφιλής η Γερμανία. Ηταν, όμως, οι χώρες της Ασίας. Ή το Ντουμπάι που δέχθηκε δεκάδες μηχανικούς. Η νέα βάρδια δεν δούλευε μπροστά στη μηχανή στη βάρδια δύο με δέκα, αλλά μπορεί να εργαζόταν και περισσότερες ώρες σε ένα pc. H «Φάμπρικα» επανερχόταν με τον αδυσώπητο κρότο που δεν αστειεύεται. Η εργασία αλλάζει, αλλά όχι ο πυρήνας των σχέσεων των ανθρώπων και των βασικών αντιθέσεων.

Κάθε εποχή έχει τα δικά της βέβαια τραγούδια. Και είναι απόλυτα κατανοητό αυτό. Εδώ εξετάζουμε πώς κάτι μακρινό μας πλησιάζει αναβαπτισμένο. Πώς διανύσαμε δεκαετίες για να έλθουμε στο ίδιο σημείο. Πώς μια φωνή τόσο παρηγορητική αποκτά τον νέο της ρόλο σε μια εντελώς καινούργια στιγμή. Τραγούδια σαν τη «Φάμπρικα» μας θυμίζουν την ακινησία μας.

*Στίχος της «Φάμπρικας»

Keywords
Τυχαία Θέματα