Δύο εικόνες, μία

Η πρώτη εικόνα είναι από τηλεοπτικό φακό: στα Μέγαρα Δυτικής Αττικής τρία άλογα, δύο μεγάλα και ένα πουλάρι, τρέχουν ξέφρενα για να σωθούν από τις φλόγες που τα περικυκλώνουν. Είναι μεγάλης ομορφιάς θέαμα, και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς: όπως γνωρίζουν όλοι οι καλλιτέχνες, φωτιά και άλογα προσφέρουν, εγγυημένα, μιαν αίσθηση υψηλής αισθητικής. Ο τρομαγμένος καλπασμός, οι χαίτες που ανεμίζουν, οι φλόγες που πλησιάζουν, ο πορτοκαλί καπνός, σαν αιθάλη άλλου κόσμου: ομορφιά και τρόμος.

Η δεύτερη εικόνα είναι του φωτογράφου του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων Maximilien Lamy, στην παραλία Moutchic της λίμνης Lacanau στη νοτιοδυτική Γαλλία, κοντά στο Μπορντό: ένας άντρας και μια γυναίκα είναι καθισμένοι αναπαυτικά κάτω από μιαν ομπρέλα, με απλωμένα γύρω τους όλα όσα προσφέρει ο δυτικός πολιτισμός μας ώστε να γίνονται οι χαλαρές αυτές στιγμές πιο άνετες – σεζ-λονγκ, πετσέτες, αντηλιακά, καπέλα, θερμός, κάμερες, βιβλία.

Αυτό που κοιτά το ζευγάρι μπροστά του και φωτογραφίζει με τα κινητά του βρίσκεται σε κοντινό βάθος, και με αβανταδόρικη, πανοραμική θέα: είναι οι τεράστιοι, απόκοσμοι, πορτοκαλόμαυροι καπνοί της Ζιρόντ, από τη φωτιά που έκαψε πάνω από 34.000 στρέμματα και ξεσπίτωσε εκατοντάδες. Και αυτή η εικόνα έχει μια ομορφιά. Κάπως έτσι, αναπαυτικά κι ανέμελα, θα μπορούσε να ζωγραφιστεί το τέλος του κόσμου.

«Ω δυστυχισμένοι θνητοί! Ω γη γεμάτη θλίψη! Ω τρομακτική συνάθροιση όλων των ανθρώπων! Αιώνιο αντικείμενο ανώφελου πόνου! Ελάτε, φιλόσοφοι, που διακηρύσσετε πως «όλα είναι καλά», και δείτε τα φρικτά ερείπια αυτού του κόσμου». Ο Βολταίρος έγραψε το ποίημα για την καταστροφή της Λισαβόνας, ή Εξέταση του αξιώματος «Ολα είναι καλά» το 1756, συγκλονισμένος από τον καταστροφικό σεισμό του 1755 και επιτιθέμενος στη μακάρια αισιοδοξία του Γκότφριντ Λάιμπνιτς, ο οποίος στο έργο του «Δοκίμια Θεοδικίας περί της αγαθότητας του Θεού, της ελευθερίας του ανθρώπου και της προέλευσης του κακού» (1710) ισχυριζόταν ότι ζούμε «στον καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους». Μπα, στον καλύτερο; Ο Τόμας Μαν έπιασε το νήμα στο Μαγικό Βουνό του (1924), και σχολίασε: «Ο Βολταίρος εξεγέρθηκε στο όνομα της λογικής και της ανθρώπινης νοημοσύνης ενάντια στη φύση που, αδιάφορη, θυσιάζει ανθρώπινες ζωές και πόλεις». Υπερασπιζόταν δηλαδή ο Βολταίρος το δικαίωμα του ανθρώπου να πονά και να εξεγείρεται απέναντι στην εικόνα μιας φύσης που τον έχει εγκαταλείψει, αποσύροντας την ευεργετική της παρουσία και προστασία.

Ομως ποιος εγκατέλειψε ποιον; Την ξέρουμε δα την απάντηση. Πέρα από οποιεσδήποτε θεοσοφικές-φιλοσοφικές αντιλήψεις που δικαιούμαστε όλοι να έχουμε, γνωρίζουμε ότι άνθρωπος και φύση έπαψαν να πηγαίνουν χεράκι – χεράκι (αν πήγαιναν ποτέ), εδώ και αιώνες. Ο άνθρωπος αντιμετώπισε τη φύση ως κάτι που πρέπει να «δαμαστεί» προς δικό του όφελος, και αρνείται ακόμα και σήμερα, ειδικά σήμερα, να αποδεχτεί ότι έχει απέναντί του μια ανώτερη δύναμη που όχι μόνο δεν δαμάζεται, αλλά απαιτεί σεβασμό στα δικά της αδιαπραγμάτευτα αξιώματα. Τα πανέμορφα άλογα είναι ανήμπορα· τρέχουν να σωθούν από κάτι που ούτε προκάλεσαν, ούτε έχουν τρόπο να πολεμήσουν. Αλλά και το φαινομενικά ανέμελο ζευγάρι της παραλίας (που κατηγορήθηκε για «αδιαφορία»), είναι κι αυτό ανήμπορο. Τι μπορούσαν να κάνουν; Τι μπορούμε να κάνουμε, όλοι εμείς που παρακολουθούμε τις εικόνες αυτές με διαβαθμίσεις συναισθημάτων; Τη μάχη ενάντια στη φύση, που πρέπει να τελειώσει με αποδοχή και υποταγή δική μας στις δικές της ανώτερες, λογικότερες, ηθικότερες, ευνοϊκότερες για εμάς τους ίδιους ανάγκες, δεν ξέρουμε και δεν μπορούμε να τη διεξάγουμε μόνοι μας.

Οι δύο εικόνες είναι στην πραγματικότητα μία. Είναι εμείς που, τρέχοντας πανικόβλητοι, γνωρίζοντας ότι οι φλόγες, οι πλημμύρες, οι ξηρασίες, η ασφυξία και η καταστροφή έφτασε πια στα σπίτια μας και μας κυκλώνει, παρακολουθούμε ακινητοποιημένοι στις αναπαυτικές μας ψευδαισθήσεις περιμένοντας να «κάνουν κάτι» αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις. Ναι, πρέπει να εξεγερθούμε, αλλά όχι πια, όχι άλλο, ενάντια στη φύση. Πρέπει να εξεγερθούμε ενάντια σ’ εκείνους που, ενώ έχουν τη δύναμη και τους τρόπους, αρνούνται να δουν τον κόσμο αλλιώς. Να τον δουν, δηλαδή, με τον μόνο τρόπο που μπορεί να υπάρξει.

Keywords