Δεν επιτρέπεται εφησυχασμός

Η σημαντική αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων διεθνώς, κατά τη διάρκεια του έτους και ειδικά τις τελευταίες εβδομάδες, δεν μπορεί να εκληφθεί εκ των προτέρων ως σήμα κινδύνου για τη διεθνή οικονομία. Οσον αφορά τις βασικές «διαρθρωτικές» παραμέτρους που τροφοδοτούν αυτή την εξέλιξη, θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε:

i) την επάνοδο, την τελευταία πενταετία, σε ένα περιβάλλον υψηλότερου και πιο ευμετάβλητου πληθωρισμού,

ii) την αναπόφευκτη υιοθέτηση πιο «συμβατικής» νομισματικής πολιτικής που οδηγεί σε υψηλότερα επιτόκια και σε απόσυρση

των αντισυμβατικών μέτρων (QE) που συμπίεσαν τις αποδόσεις μέσω συσσώρευσης δεκάδων τρισεκατομμυρίων ομολόγων, κυρίως κρατικών, στους ισολογισμούς των μεγαλύτερων κεντρικών τραπεζών μέχρι και την πανδημία,

iii) την ανοδική τάση του παγκόσμιου χρέους, με κορυφαίες οικονομίες όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η Κίνα να βρίσκονται στο επίκεντρο μετά μία περίοδο δημοσιονομικής χαλάρωσης ή/και δημοσιονομικών πειραματισμών.

Η διάρκεια και η ένταση της κρίσης στη Μ. Ανατολή, που αποτελεί συνέχεια διαδοχικών γεωπολιτικών τριβών με σημαντικές ενεργειακές προεκτάσεις, οι οποίες ξεκίνησαν με τον πόλεμο στην Ουκρανία, οδήγησαν τις τελευταίες εβδομάδες σε ακόμη πιο επιθετική αναθεώρηση των προσδοκιών για τη νομισματική πολιτική. Η τάση αυτή ανατροφοδοτήθηκε και από τις αδύναμες δημοσιονομικές επιδόσεις βασικών οικονομιών, όπως οι ΗΠΑ, αλλά και από ένα μονιμότερο ασφάλιστρο γεωπολιτικής αβεβαιότητας που φαίνεται να επιβαρύνει κυρίως τα κρατικά ομόλογα.

Αναμφισβήτητα είναι ενθαρρυντικό ότι οι σχετικές αποκλίσεις των αποδόσεων μεταξύ των κρατικών ομολόγων δεν έχουν διευρυνθεί ιδιαίτερα και μάλιστα τα επιτοκιακά περιθώρια των εταιρικών ομολόγων, ειδικά αυτών με υψηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση, ως προς τα κρατικά παραμένουν σε πολυετή χαμηλά επίπεδα. Αντιστοίχως, οι αντιδράσεις των χρηματιστηρίων είναι αρκετά ήπιες, με την εμπιστοσύνη στα εταιρικά αποτελέσματα, την απόδοση των μελλοντικών εταιρικών επενδυτικών στοιχημάτων αλλά και τη διαθέσιμη προς επένδυση ρευστότητα παγκοσμίως να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.

Σε αυτό το περιβάλλον, όπου η δημοσιονομική αξιοπιστία συνιστά βασική παράμετρο της τιμολόγησης του δημοσίου χρέους, είναι σημαντικό ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος παραμένει σε έντονα πτωτική τροχιά, με τη χώρα μας να πληρώνει πλέον διακριτά χαμηλότερο κόστος στα ομόλογά της σε σύγκριση με την Ιταλία και τη Γαλλία.

Ωστόσο, η εμπειρία από σημαντικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών μας διδάσκει ότι αρκεί μία συρροή δυσμενών γεγονότων και άτυχων χειρισμών σε διεθνές επίπεδο, ή η διάψευση κάποιων επενδυτικών στοιχημάτων, καθώς και αστάθμητοι παράγοντες, για να μετατρέψουν την επιφυλακτικότητα σε πανικό. Η διεθνής αλλά κυρίως η ελληνική οικονομία μας εξέπληξαν με την προσαρμοστικότητά τους, αλλά οι πόροι και οι αντοχές δεν είναι ανεξάντλητοι, με τους κινδύνους διεθνώς να συσσωρεύονται παρά να υποχωρούν.

Συνήθως τα σύννεφα αρχίζουν να βαραίνουν όταν οι αγορές επιλέγουν αδύναμους κρίκους στο  χρηματοοικονομικό περιβάλλον και οι πιέσεις διαχέονται σε ένα ευρύ φάσμα περιουσιακών στοιχείων και χρηματοοικονομικών αποτιμήσεων με σφοδρότητα. Η παγκόσμια οικονομία δεν βρίσκεται σήμερα σε αυτό το σημείο, αλλά σίγουρα, με την αυξανόμενη συχνότητα εκδήλωσης έκτακτων δυσμενών γεγονότων, δεν μπορούμε να εφησυχάζουμε.

Ο Νίκος Σ. Μαγγίνας είναι επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Εθνικής Τράπεζας

Keywords
Τυχαία Θέματα