Χαμηλές προσδοκίες

Το γεγονός ότι οι προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τον ρυθμό ανάπτυξης του πραγματικού ΑΕΠ στη χώρα μας το 2026 και το 2027 (1,8% και για τις δύο χρονιές) είναι πιο χαμηλά από αυτές του κυβερνητικού επιτελείου, αλλά και πιο χαμηλά από το συμβολικό κατώφλι του 2%, έρχεται να υπογραμμίσει ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια φάση επιβράδυνσης, που έρχεται να διαψεύσει και το κυβερνητικό αφήγημα ότι η χώρα μας αποτελεί μια φωτεινή εξαίρεση σε μια ευρωζώνη που σε σημαντικό βαθμό χαρακτηρίζεται από στασιμότητα.

Στην

πραγματικότητα, πλησιάζουμε σε ένα σημείο καμπής όπου εξαντλούνται οι όποιες παράμετροι που το προηγούμενο διάστημα – με την εξαίρεση προφανώς της πανδημικής ύφεσης – έδωσαν την αίσθηση μιας ισχυρής αναπτυξιακής ώθησης: από τη μια η συνολικότερη δυναμική της επιστροφής από την καταστροφική συνθήκη που είχε διαμορφώσει η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, από την άλλη ο τρόπος που ιδίως οι χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης λειτούργησαν ως μία συστηματική τροφοδοσία της οικονομίας με ρευστότητα – αν και όχι απαραίτητα και επένδυση με προοπτική – που βρήκε την αντανάκλασή της και στους οικονομικούς δείκτες.

Την ίδια στιγμή, το γεγονός ότι ο πληθωρισμός έχει ξεφύγει από τις κυβερνητικές εξαγγελίες και αναμένεται – συμπεριλαμβανομένης της πρόβλεψης του ΔΝΤ – να κινηθεί σε υψηλότερα επίπεδα του μέσου όρου της ευρωζώνης, συνεπάγεται ότι οι όποιες ονομαστικές αυξήσεις των εισοδημάτων των μισθωτών, σε μεγάλο βαθμό έχουν ήδη υπερκαλυφθεί από την αύξηση του πραγματικού κόστους ζωής, διαμορφώνοντας το υλικό υπόβαθρο για μια εντεινόμενη κοινωνική κρίση, που εκφράζεται σε θέματα όπως η στέγαση αλλά και στην αγωνιώδη αναμέτρηση των νοικοκυριών με το φετινό κόστος θέρμανσης.

Σε όλα αυτά προστίθενται οι αναταράξεις που έρχονται από άλλες τάσεις στην παγκόσμια οικονομία. Ο συνδυασμός ανάμεσα στις πληθωριστικές τάσεις, τις διαρκώς μεγάλες δανειακές ανάγκες των κρατών που βλέπουν τη μείωση της φορολογίας ως αναπτυξιακό εργαλείο και τους γεωπολιτικούς κινδύνους, διαμορφώνει μια αύξηση στο παγκόσμιο κόστος δανεισμού που θα έχει και αντίκτυπο στις εθνικές οικονομίες, ξεκινώντας από την επιστροφή της πίεσης για πολιτικές λιτότητας (ως μείωση της ανάγκης δανεισμού) που με τη σειρά της θα επιτείνει την κρίση κόστους ζωής.

Αυτό μας φέρνει στη βασικότερη αντίφαση της οικονομικής πολιτικής στη χώρα μας, που είναι ακριβώς η συστηματική πολιτική επένδυση στις δυναμικές που αναπτύσσονται στην αγορά και η προσπάθεια αναζήτησης χρηματοδοτικών εργαλείων που θα τις επιτείνουν, μια στρατηγική που μπορεί να αποδώσει – και πάλι με το τίμημα των αυξημένων κοινωνικών ανισοτήτων – μόνο σε περιόδους ευνοϊκές, αλλά αποδεικνύεται εξαιρετικά αμήχανη σε περιόδους όπου αυτό που απαιτείται είναι η ισχυρή πολιτική – άρα και κρατική παρέμβαση – με βάση προτεραιότητες που να αφορούν πλειοψηφικά κοινωνικά συμφέροντα, αυτά που σήμερα αισθάνονται πολλαπλά πληττόμενα, και όχι τη συμπαγή, αλλά και σίγουρα μειοψηφική, κοινωνική βάση που εξακολουθεί να προσκολλάται στην κυβέρνηση με όρους και υλικού συμφέροντος.

Keywords
Τυχαία Θέματα