«Αριστεροδεξιοί»

Σύμφωνα με τα βιβλία, η Δεξιά κι η Αριστερά συγκροτήθηκαν αυθόρμητα και μάλλον συμπτωματικά το βράδυ της 28ης Αυγούστου ή της 11ης Σεπτεμβρίου 1789 στις Βερσαλλίες.

Η Εθνοσυνέλευση έπρεπε τότε να ψηφίσει για το δικαίωμα βέτο του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΣΤ’.

Ομως την εποχή εκείνη δεν είχε ακόμη εφευρεθεί ο Βαρουφάκης να δώσει οδηγίες. Ετσι οι υποστηρικτές του βέτο στοιχήθηκαν δεξιά του προεδρείου και οι αντίπαλοί του αριστερά.

Ηταν ο πρώτος χωροταξικός διαχωρισμούς μεταξύ τους αλλά πέρασαν πολλά χρόνια έως ότου καθιερωθεί οργανωμένα, μάλλον στην Εθνοσυνέλευση του 1848.

Στο ενδιάμεσο οι αντιπρόσωποι κάθονταν όπου έβρισκαν και συνήθως βριζόντουσαν με τον διπλανό τους.

Βέβαια, η Συντακτική Συνέλευση (1792), που είχε μεταφερθεί στο Παρίσι και κατέγραψε τις πρώτες παραταξιακές ομαδοποιήσεις, κάπως διαχωρίζει πιο συστηματικά τους αντιπροσώπους για να μην πλακώνονται.

Αλλά εκεί οι μετριοπαθείς κάθονται μπροστά στην αίθουσα (οι «Πεδινοί») και άλλοι πίσω ή ψηλά (οι «Ορεσίβιοι»). Αυτό δεν εμπόδισε τους μεν να αποκεφαλίζουν τους δε.

Σιγά σιγά, κυρίως την περίοδο της γαλλικής Παλινόρθωσης (1815-1830), η Δεξιά και η Αριστερά αρχίζουν και αποκτούν πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Γίνονται δηλαδή παρατάξεις. Ετσι, ο προσδιορισμός επεκτείνεται έκτοτε σε όλες τις δημοκρατίες (και μη) του πλανήτη.

Προφανώς και στην Ελλάδα. Οπου όμως φύεται κι ένα ιδιαίτερο πολιτικό φρούτο. Οι «αριστεροδεξιοί».

Είναι ένα είδος πολιτευτών που μετακινείται με απίστευτη ευκολία και έλλειψη φραγμών ή αναστολών από το ένα κόμμα στο άλλο.

Οπως εκείνη η κυρία που δηλώνει «πολιτικό παιδί του πιο χαρισματικού ηγέτη που πέρασε από την Ελλάδα, του Ανδρέα Παπανδρέου αλλά η ίδια πήγε στον… Κασσελάκη (Εφη Μιχελάκη, 15/6).

Ή ο άλλος παράγοντας που ήλθε «αντιμέτωπος με τη συνείδησή του» και έφυγε από το ΠΑΣΟΚ για να πάει στον Τσίπρα (Μ. Σκανδάμης, 24/6).

Το βέβαιο είναι ότι δεν τους χαρακτηρίζουν οι πεποιθήσεις. Αποκλείεται να τις αλλάζουν τόσο εύκολα και τόσο ακατάπαυστα.

Ως εκ τούτου, προσδιορίζονται κατά πάσα πιθανότητα από άλλους παράγοντες που δεν θα μπω στον κόπο να καταγράψω. Μάλλον δεν θα μας χωρούσε η εφημερίδα.

Η εφεύρεση της «αριστεροδεξιάς» είναι ίσως προϊόν των τελευταίων δεκαετιών και στηρίζεται στο κλίμα των Αγανακτισμένων, των ψεκασμένων, της συγκυβέρνησης ΤσίπραΚαμμένου αλλά και στη ρευστοποίηση του παραδοσιακού κομματικού σκηνικού και των ιδεολογιών σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Δεν υπάρχουν σταθερά κι ακλόνητα σημεία αναφοράς. Ο καθένας κατασκευάζει το δικό του και το υπηρετεί έως το επόμενο.

Ετσι, ο δήμαρχος Δούκας που δεν εξελέγη αρχηγός του ΠΑΣΟΚ επινόησε έναν φαντασιακό «προοδευτικό χώρο», του οποίου έχει αναλάβει αυτοβούλως την εκπροσώπηση. Μάλλον δεν είναι τυχαίο πως κι ο προαναφερθείς κύριος που πήρε τη συνείδησή του κι έφυγε από το ΠΑΣΟΚ επικαλέστηκε την υπαιτιότητα της Διαμαντοπούλου στη μετακίνησή του. Ανευ προφανούς ή κατανοητής αιτίας. Αλλά ήταν «προοδευτικός» κι αυτός.

Εκεί νομίζω ότι εντοπίζεται μια βαθιά και καταστροφική παρανόηση που αναπαράγεται αγόγγυστα.

Μιλούν λες κι ο χώρος της λεγόμενης «Κεντροαριστεράς» δεν είναι απλώς η αριστερά του Κέντρου (όπως η «Κεντροδεξιά» είναι η δεξιά του…) αλλά μια αφερέγγυα πρόσμειξη δύο ξεχωριστών και αντιθετικών πραγμάτων, της Αριστεράς και του Κέντρου.

Η πρόσφατη επέτειος από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου έδωσε αφορμή για μια παράλληλη επίδειξη «παπανδρεϊσμού» και από το Κέντρο αλλά και από ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς.

Μην έχετε όμως αφελείς αυταπάτες.

Η αντίληψη ενός «κοινού χώρου» ΠΑΣΟΚ και Αριστεράς δεν είναι αθώα. Αποτελεί την πασαρέλα που επιτρέπει τις εκατέρωθεν μετακινήσεις κατά τη βούληση, τις επιδιώξεις ή το βόλεμα του καθενός.

Θυμίζει λίγο την Ιταλία του τέλους του 19ου αιώνα και τον Τζιοβάνι Τζιολίτι, πέντε φορές Πρωθυπουργό, που εφηύρε τον «transformismo». Ενα σύστημα εξουσίας που στηριζόταν σε πλειοψηφίες διαμεσολάβησης, ανταλλαγμάτων και συναλλαγής.

Φυσικά δεν μιλάμε για το ίδιο πράγμα. Οι δικοί μας «αριστεροδεξιοί» δεν έχουν μεγάλη σχέση με μια ιστορική φυσιογνωμία της ιταλικής πολιτικής. Περισσότερο θυμίζουν «νταραβεριτζήδες» που αλλάζουν στρατόπεδο ανάλογα με την εξέλιξη της μάχης και την προσδοκία για λάφυρα.

Και όλα αυτά μπορούν να συμβαίνουν επειδή η Αριστερά (περισσότερο) και η Δεξιά (κάπως λιγότερο) έχουν χάσει τον χαρακτήρα και τη συνοχή τους. Ο Τσίπρας κι ο Καμμένος δεν είχαν πρόβλημα να συνεργαστούν για να κυβερνήσουν με την έμφαση στο «να κυβερνήσουν».

Να είμαι όμως σαφής. Δεν είναι κακό για τη δημοκρατία να κονταίνουν τα τείχη μεταξύ των κομμάτων. Ούτως ή άλλως, η δημοκρατία είναι ένα σύστημα αντιπαράθεσης αλλά και διαλόγου και αλληλεπίδρασης. Δεν είναι πεδίο μάχης.

Αυτό που αποτελεί κίνδυνο είναι η πρόσμειξη των αντιθέτων και η επινόηση πολιτικών οντοτήτων που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν.

Και είναι επικίνδυνο για δύο λόγους.

Αφενός, επειδή εκτρέφει παρανοήσεις και ασάφεια. Οι λέξεις και τα νοήματα μπερδεύονται και παράγουν συνήθως ακατάληπτες τερατογενέσεις.

Αφετέρου, επειδή υποδαυλίζει την πολιτική αστάθεια. Κανείς δεν ξέρει πόσο ένας τέτοιος ανακατεμένος και ευκαιριακός προσδιορισμός μπορεί να αντέξει στον χρόνο. Και κυρίως δεν μπορεί να πει από τι εξαρτάται αυτή η αντοχή.

Το ερώτημα λοιπόν είναι τελικά για ποιον λόγο άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση με την Αριστερά αρέσκονται να αυτοπροσδιορίζονται ως «αριστεροί».

Τι τους θέλγει μια «παράταξη μονίμως ηττημένων»; Και πόσο μπορεί να γοητεύει μια ήττα, έστω και για «καλό σκοπό»;

Είναι η ερώτηση των μερικών εκατομμυρίων. Στην οποία δεν ντρέπομαι να ομολογήσω πως δεν έχω απάντηση. Είμαι βέβαιος όμως πως δεν είχαν ούτε οι αντιπρόσωποι στη γαλλική Εθνοσυνέλευση που διάλεγαν πού θα κάτσουν πριν ψηφίσουν για το βέτο του Λουδοβίκου.

Keywords