Ανάθεμά τα τα τάλαρα…

Ψηφίστηκε ήδη από το κοινοβούλιο (24/6) η ρύθμιση για την αύξηση στη μισθοδοσία των αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία προκάλεσε ορυμαγδό αντιδράσεων κατά τη δημόσια διαβούλευσή της. Ηταν δικαιολογημένη η ένταση των επιφυλάξεων που διατυπώθηκαν ή οι τελευταίες ήταν ενταγμένες στο πλαίσιο μιας στοχευμένης επικοινωνιακής διαχείρισης του ζητήματος; Οι πραγματικές διαστάσεις του τελευταίου έχουν, νομίζω, ως εξής·

Από νομοτεχνικής πλευράς, πρόκειται για μια διορθωτική ρύθμιση, η οποία αναπροσαρμόζει, και μάλιστα καθυστερημένα, αυξανόμενες, τις συνολικές, κάθε είδους, μηνιαίες αποδοχές

των αρχιερέων, με στόχο την «άσκηση ορθολογικής, ισορροπημένης και λειτουργικής μισθολογικής πολιτικής». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ρύθμιση αυτή, ξεκομμένη από τα ιστορικά συμφραζόμενά της, ξενίζει για τον λόγο της θέσπισής της και προκαλεί για τον χρόνο της ψήφισής της.

Ετσι, δεν πρέπει να αγνοείται ή, έστω ανεπίγνωστα, να παραβλέπεται ότι, μολονότι δεν υπάρχει σχετική συμβατική δέσμευση, η κάλυψη από το Δημόσιο της μισθοδοσίας του ορθόδοξου κλήρου στην ελληνική επικράτεια, εν μέρει από το 1945 και εξ ολοκλήρου από το 2004 επί κυβερνήσεως Κ. Σημίτη, αποτελεί αντίδωρο των κατά καιρούς αναποζημίωτων απαλλοτριώσεων της εκκλησιαστικής και ιδίως της μοναστηριακής περιουσίας που έλαβαν χώρα τον 19ο και τον 20ό αιώνα.

Συνεπώς, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι επιτυγχανόταν συνταγματικώς πλήρης διάκριση (τη λέξη «χωρισμός» τη βρίσκω κακόηχη και αρνητικά φορτισμένη) στις σχέσεις των δύο «δύσπιστων», ούτως ή άλλως, εταίρων, του Κράτους δηλαδή και της Εκκλησίας, η εξέλιξη αυτή δεν θα οδηγούσε αυτοθρόως, όπως εσφαλμένως ενίοτε υποστηρίζεται (ή ακόμα και ελπίζεται…), στη διακοπή της μισθοδοσίας του κλήρου, διότι τα παραγωγικά αίτια της ανάληψής της από το Κράτος δεν θα έχουν εκλείψει… Επομένως, η stricto sensu νομιμότητα της νεοπαγούς ρύθμισης δεν αμφισβητείται…

Τι συμβαίνει, όμως, με την «ηθική» νομιμοποίησή της; Είναι πρόδηλο ότι σε μια συγκυρία κατά την οποία η κοινωνική πλειοψηφία στενάζει από τη δυσβάσταχτη αύξηση του κόστους ζωής, ο εν λόγω μισθολογικός εξορθολογισμός φαντάζει, τουλάχιστον, παράταιρος! Διατυπώνεται η άποψη, ευλόγως και δικαίως, ότι μέρος της αρχιερατικής μισθοδοσίας διοχετεύεται στην ενίσχυση των «εν ανάγκη όντων» μελών της κοινωνίας, και μάλιστα ανεξαρτήτως της θρησκείας που πρεσβεύουν. Ωστόσο, αυτό, αν και συμβαίνει σε ικανές περιπτώσεις, δεν είναι υποχρεωτικό, αλλά εναπόκειται στην ευχέρεια του κάθε επισκόπου να το υιοθετήσει ως πράξη και στάση ζωής. Κατά συνέπεια, θα ήταν, ίσως, προτιμότερο η Πολιτεία, αντί να προβεί στην εν λόγω μισθολογική τακτοποίηση των αρχιερατικών απολαβών, να ενισχύσει απευθείας το φιλανθρωπικό και εν γένει προνοιακό έργο που επιτελεί η Εκκλησία, υποκαθιστώντας ενίοτε τις κρατικές δομές, προκειμένου το δώρημα αυτό να έχει αποδέκτη τον λαό του Θεού… Ή ακόμα να αυξήσει το πενιχρό εισόδημα του απλού, βιοπαλαιστή και συχνά πολύτεκνου κληρικού, ο οποίος, αν και είδε το 2022 να διευθετείται η χρονίζουσα εκκρεμότητα της οργανικής του θέσης, συχνά δυσκολεύεται να εξασφαλίσει τα «προς το ζην»…

Λέγεται ότι «η καλή πολιτική, ό,τι άλλο κι αν είναι, παραμένει εν πολλοίς η τέχνη του εφικτού. Και το εφικτό είναι συνάρτηση τόπου και χρόνου». Εν προκειμένω, το timing δεν ήταν το κατάλληλο ούτε για την Πολιτεία ούτε για την Εκκλησία, με την τελευταία μάλιστα να περιέρχεται, ως μη όφειλε, σε θέση δυσχερή. Μήπως δεν είχαν γνώση οι φύλακες;

Ο Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Νομικής ΕΚΠΑ, διευθυντής του Εργαστηρίου Εκκλησιαστικού Δικαίου και Σχέσεων Κράτους – Θρησκευμάτων, δικηγόρος

Keywords
Τυχαία Θέματα