Αυτονόητα ερωτήματα

«Εάν υπάρχει η βούληση, υπάρχει και ο τρόπος». Την περασμένη εβδομάδα είχαμε διερωτηθεί από τη θέση αυτή εάν μπορεί να υπάρξει αποκλιμάκωση στο Αιγαίο. Η απάντηση ήλθε από το υψηλότερο δυνατό επίπεδο, από τους ηγέτες των δύο χωρών, Ελλάδας και Τουρκίας, με τις τοποθετήσεις τους στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.

Ο λόγος που εξέπεμψαν και οι δύο έδειξε ότι σε επίπεδο ρητορικής τουλάχιστον

οι δύο χώρες θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην ύφεση  των «ήρεμων νερών». Πρώτος ο πρόεδρος Ερντογάν στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση έκανε μια ασυνήθιστα ήπια αναφορά στα προβλήματα του Αιγαίου (αντίθετα με τις σκληρές τοποθετήσεις του για το Κυπριακό).

Ενώ στη συνέχεια (κατά την επιστροφή του στην Αγκυρα) προχώρησε στην απροσδόκητα  φιλική δήλωση ότι «η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας αλλά γείτονας και σύμμαχός της στο ΝΑΤΟ». Ακολούθησε ο έλληνας Πρωθυπουργός, ο οποίος επεσήμανε ότι «η κατάσταση απαιτεί επειγόντως μια κοινή αντίληψη (common understanding) για το πώς θα προχωρήσουμε προς τα εμπρός. Και τόνισε τη σημασία του διαλόγου στη βάση του διεθνούς δικαίου».

Το περιβάλλον του ΟΗΕ λειτούργησε εμφανώς κατευναστικά και  ειρηνοποιητικά, με αποτέλεσμα να έχουμε τις τόσο ήπιες τοποθετήσεις  (σε εφαρμογή ίσως της παρότρυνσης του απερχόμενου Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες –  το εγκώμιο του οποίου  έπλεξε ο έλληνας Πρωθυπουργός – για περισσότερη συνεργασία και κατανόηση για την επίλυση των προβλημάτων). Ορισμένα όμως ερωτήματα είναι αναπόφευκτα:

Πρώτον, εφόσον οι δύο ηγέτες μιλούν πάνω-κάτω την ίδια γλώσσα  για την  ανάγκη καλών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, καθώς αυτό, μεταξύ άλλων, επιτάσσει η γεωγραφία, γιατί δεν συγκροτείται ο λόγος αυτός ως σταθερό κεντρικό αφήγημα προς το κοινωνικό σύνολο κάθε χώρας;  Ωστε να μην κυριαρχούν η ανακύκλωση της ιστορικής τοξικότητας που συντηρεί «ανοιχτές πληγές» και εξόφθαλμα εχθρικές τοποθετήσεις (casus belli, κ.λπ.) που θολώνουν στην πράξη το  «είμαστε γείτονες και φίλοι»;

Δεύτερον, αφού  οι συνθήκες υποβάθρου ήσαν, ως προέκυψε,    τόσο καλές, γιατί δεν υπήρξε τελικά μια συνάντηση μεταξύ των δύο ηγετών; Μια έστω σύντομη συνεύρεση, μια χειραψία  και μια φωτογραφία θα αποτελούσαν, κάτω από τις συνθήκες έντασης, μια θετική στιγμή στις σχέσεις των δύο χωρών, που θα έστελνε ισχυρά  μηνύματα μείωσης της έντασης και της θερμοκρασίας του εθνικιστικού πυρετού εκατέρωθεν (ενώ υπήρξε συνάντηση του Πρωθυπουργού με τον σε προεκλογική εκστρατεία ισραηλινό ομόλογο του Μπ. Νετανιάχου).

Τρίτον, όταν 172 χώρες έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας – το ιερό κείμενο της Ελλάδας – το γεγονός ότι η Τουρκία δεν το έχει πράξει δημιουργεί μείζονος σημασίας κενό.  Προφανώς, ορισμένες ρυθμίσεις την ενοχλούν (για νησιά, χωρικά ύδατα, κ.λπ.), αλλά η προστιθέμενη αξία της προσχώρησης θα ήταν τεράστια, καθώς θα παρείχε επιτέλους «το κοινό πλαίσιο και αντίληψη» που θα διευκόλυνε τον διάλογο.

Τέταρτον, θα διευκόλυνε πάνω απ’ όλα τη διαδικασία επίλυσης των  προβλημάτων με βάση το διεθνές δίκαιο όπως προβλέπει και η Διακήρυξη των Αθηνών. Με το κλείσιμο του εκλογικού κύκλου κεντρικός στόχος θα πρέπει να είναι η προώθηση της διαδικασίας επίλυσης των προβλημάτων.

Τα ερωτήματα αυτά διαβάζονται ίσως ως αυτονόητα, απλοϊκά και τετριμμένα. Είναι όμως κρίσιμα. Αν και φοβού τα γεγονότα (πόντιση καλωδίου, νομοθέτηση «Γαλάζιας Πατρίδας»).

Ο Π. Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ. Από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης κυκλοφορεί το νέο του βιβλίο με τίτλο «Πέρα από τα Στερεότυπα. Νέα Προοδευτική Εξωτερική και Ευρωπαϊκή Πολιτική»

Keywords
Τυχαία Θέματα