Bye Bye, American Pie

Οι εξελίξεις σε Λίβερπουλ, Τσέλσι και Κρίσταλ Πάλας δείχνουν ότι οι ιδιοκτήτες δεν χρειάζεται πλέον να πουλήσουν ολόκληρη την ομάδα για να αποκομίσουν τεράστια κέρδη – οι αποτιμήσεις εκτοξεύθηκαν και η ιδιοκτησία των μεγάλων συλλόγων αρχίζει να τεμαχίζεται σε μερίδια δισεκατομμυρίων.

Για το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δεκαπενταετίας, η ιστορία των αμερικανικών κεφαλαίων στο αγγλικό ποδόσφαιρο ήταν μια ιστορία άφιξης.

Επενδυτικά σχήματα, δισεκατομμυριούχοι και ιδιοκτήτες ομάδων των αμερικανικών πρωταθλημάτων ανακάλυψαν στην Premier League

έναν παράξενο οικονομικό αναχρονισμό: συλλόγους με παγκόσμια ακροατήρια, εκατομμύρια αφοσιωμένους οπαδούς και τεράστια τηλεοπτική απήχηση, των οποίων η αξία παρέμενε πολύ χαμηλότερη από εκείνη των μεγάλων franchises του NBA και του NFL.

Οι Αμερικανοί πίστεψαν ότι το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο ήταν φθηνό. Και αποδείχθηκε ότι είχαν δίκιο. Τώρα, όμως, αρχίζει το δεύτερο μέρος της ιστορίας. Οι επενδυτές που πέρασαν χρόνια αγοράζοντας αγγλικές ομάδες εξετάζουν πλέον πωλήσεις, μειώσεις συμμετοχών ή την είσοδο νέων εταίρων, επιδιώκοντας να εξαργυρώσουν ένα μέρος της θεαματικής ανόδου των αποτιμήσεων.

Η Fenway Sports Group συμφώνησε να διαθέσει το 30% της Λίβερπουλ σε κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμίτ Μπάτια, στην οποία συμμετέχουν, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, ο Τζεφ Μπέζος και ο συνιδρυτής του Facebook Εντουάρντο Σαβερέν. Η συμφωνία αποτιμάται περίπου στα 1,65 δισ. στερλίνες και ανεβάζει τη συνολική αξία του συλλόγου στα 5,5 δισ. στερλίνες.

Το παράδειγμα της Λίβερπουλ

Η σύγκριση με το 2010 είναι εντυπωσιακή. Τότε η FSG αγόρασε ολόκληρη τη Λίβερπουλ αντί 300 εκατ. στερλινών. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, μπορεί να εισπράξει πάνω από πέντε φορές εκείνο το ποσό πουλώντας λιγότερο από το ένα τρίτο της ομάδας, χωρίς να εγκαταλείψει τον έλεγχο και διατηρώντας συμμετοχή σε οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση της αξίας της. Αυτό είναι το νέο μοντέλο.

Η πώληση ενός ποδοσφαιρικού συλλόγου δεν χρειάζεται πλέον να αποτελεί ένα οριστικό τέλος. Ενας ιδιοκτήτης μπορεί να διαθέσει το 10%, το 20% ή το 30%, να απελευθερώσει κεφάλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων ή ακόμη και δισεκατομμυρίων και ταυτόχρονα να εξακολουθεί να διοικεί την ομάδα. Η ιδιοκτησία μετατρέπεται από ενιαίο καθεστώς σε ένα ευέλικτο χαρτοφυλάκιο συμμετοχών.

Παρόμοια συζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη γύρω από την Τσέλσι. Ο Μαρκ Γουόλτερ και ο Τοντ Μπόλι φέρονται να εξετάζουν την πώληση των συμμετοχών τους, σε μια περίοδο κατά την οποία η αξία κορυφαίων αθλητικών οργανισμών αυξάνεται με πρωτοφανή ταχύτητα. Ο Γουόλτερ συμφώνησε πρόσφατα να πουλήσει το ποσοστό του στους Λος Αντζελες Λέικερς στο πλαίσιο συμφωνίας που αποτιμά την ομάδα του NBA στα 12,5 δισ. δολάρια. Τον Οκτώβριο του 2025 είχε αποκτήσει τον έλεγχό της με αποτίμηση 10 δισ. δολαρίων. Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο προστέθηκαν θεωρητικά άλλα 2,5 δισ. στην αξία της.

Την ίδια ώρα, αμερικανοί μέτοχοι της Κρίσταλ Πάλας διερευνούν τις επιλογές τους. Τρεις ομάδες δεν αρκούν για να μιλήσει κανείς για μαζική αμερικανική έξοδο από την Premier League. Αλλωστε, οι ιδιοκτήτες τους δεν έχουν την ίδια στρατηγική ούτε τους ίδιους λόγους. Τους συνδέει, όμως, μια θεμελιώδης διαπίστωση: τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησαν έχουν αυξήσει θεαματικά την αξία τους.

Οι φίλαθλοι αντιμετώπισαν εξαρχής αυτές τις επενδύσεις με καχυποψία, επειδή ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος δεν είναι μια συμβατική επιχείρηση. Οι οπαδοί δεν αλλάζουν ομάδα όταν υποβαθμίζεται το «προϊόν».

Η Τσέλσι δεν μπορεί να μετακομίσει σε άλλη πόλη επειδή εκεί οι όροι κατασκευής γηπέδου είναι πιο συμφέροντες. Η Λίβερπουλ δεν χρειάζεται να δημιουργήσει πελατειακή βάση, καθώς η σχέση με τον σύλλογο κληρονομείται από γενιά σε γενιά. Παραδόξως, αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά που δυσκολεύουν την εφαρμογή μιας συμβατικής επιχειρηματικής λογικής καθιστούν τους μεγαλύτερους συλλόγους τόσο ελκυστικούς.

Ο υποβιβασμός αποτελεί κίνδυνο που δεν υπάρχει στα κλειστά αμερικανικά πρωταθλήματα. Στην κορυφή, ωστόσο, ο περιορισμένος αριθμός πραγματικά μεγάλων ομάδων, τα ισχυρά τηλεοπτικά συμβόλαια και η παγκόσμια ζήτηση δημιουργούν μια εξαιρετικά σπάνια κατηγορία περιουσιακών στοιχείων.

Η νέα λογική της ιδιοκτησίας

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ προσέφερε ήδη μια πρόγευση αυτής της πραγματικότητας. Η στρατηγική αναθεώρηση των Γκλέιζερ δημιούργησε προσδοκίες για πλήρη πώληση, αλλά κατέληξε στην απόκτηση μειοψηφικού ποσοστού από τον σερ Τζιμ Ράτκλιφ. Η οικογένεια παρέμεινε στον έλεγχο, καθώς η τεράστια αποτίμηση περιόριζε δραστικά τον αριθμό των ανθρώπων που θα μπορούσαν να αγοράσουν το σύνολο του συλλόγου.

Η ίδια οικονομική λογική εξαπλώνεται σε ολόκληρη την κορυφή του ποδοσφαίρου.

Keywords
Τυχαία Θέματα