Αχ και να μουνα σαλίγκαρος

11:39 23/12/2013 - Πηγή: Aixmi

Αυτός ο πατέρας ήταν στα λόγια τόσο μετρημένος και φειδωλός. Τόσο που δεν μπορούσες να πάρεις ούτε μια μικρή του υπόσχεση,
αν δεν την είχε κοσκινίσει μέσα στη κνισάρα της αλήθειας και της πραγματικότητας.

Γέρος πια, κουβαλούσε ένα σωρό φαντάσματα ξοπίσω του, ενώ στεκόταν σαν μαρμαρωμένος ζητιάνος, να κοιτά μέσα από ένα νωτισμένο διπλό τζάμι έναν περαστικό σαλιάρη γυμνοσάλιγκα. Περίμενε, αδημονούσε για το τίποτα.
Είναι που μόνο με φευγαλέα σκέψη πιάνεις και στριφογυρνάς ολόκληρο τον πλανήτη. Έτσι ξεφεύγεις, αλλά διαρκώς τρακάρεις, πέφτεις πάνω σε γνωστούς και φίλους, που τριγυρνούν

στα ίδια στενά της μνήμης.

Με μια ξεφτισμένη ρόμπα και ένα σομπάκι της «μοναξιάς», έβγαζε ολόκληρα μερόνυχτα, περπατούσε στην ευθεία για τον άλλο κόσμο, ξεχασμένος από παιδιά και εγγόνια, που πνίγονταν μέσα σε μια σκατοθάλασσα απραξία. Καλύτερες οι δικές μου, οι παλιές πεινασμένα φιλότιμες εποχές, έλεγε και ξανάλεγε μέσα του, ενώ λοξοκοιτούσε την κλειστή τηλεόραση και την έλεγε προδότρα. Δούλεψε με τον ήλιο υπολογιστή, επέστρεφε στο σπίτι σκονισμένος και κρυφοκαμάρωνε τα παιδιά και τη γυναίκα του, που ίσως να τη ζήλευε και λίγο.

Έκαμε γερό καλιμέντο, αμέτρητες οι υπερωρίες του, μεταμορφώθηκαν σε τσιμέντα και σίδερα, και όσο έφτανε το σκοινί του, έβαζε τα όνειρα στη σειρά σαν μολυβένια στρατιωτάκια. Αν είναι δυνατόν, να βάλεις σε τάξη το υπερ-εγώ σου, κι όμως πάλευε με τις ψυχής τα πετάγματα και την έδεσε με χοντρή καδένα, αλυσίδα, σαν αυτές που φορούσαν οι χήνες, που πάνε στη γραμμή για να γίνουν πάτε.

Ήρθαν γαμπροί και νύφες, και όλοι μαζί καμάρωναν τα χέρια του πατέρα. Άξιος ο γέρος, τόσο που τον έλουζαν με σαλιάρικα, σα του φίλου γυμνοσάλιαγκα, φιλιά και παινέματα. Η ανιδιοτέλια πάει και έρχεται και όσο οι προίκες φούσκωναν σα ζυμάρια, τόσο τα χορτασμένα χαμόγελα έδειχναν μια λιγδωμένη ικανοποίηση.

Και τώρα; να που όλα γινήκαν αλλιώς, τον μισοκαταριούνται για τα μεγάλα, τα ευρύχωρα σπίτια, σχεδόν τον αποστρέφονται που διάλεξε καθωσπρέπει γειτονιές για τα πανωσηκώματα. Λάθος που δεν τα έφαγε μονάχος και με καμμιά παστρικιά, τα παραπανίσια χρήματα. Τουλάχιστον ας τα έκανε χρυσό, λιρίτσες και να τις παράχωνε σε κάποιο χωραφάκι. Είπε κάποιος γαμβρός, σπουδαγμένος οικονομολόγος σε ξενόγλωσσα πανεπιστήμια.
Δεν περίμενε τέτοια κατάντια, κάποτε κουνούσε απαξιωτικά το κεφάλι στους Ρομά, τους τσιγγάνους που ξάπλωναν στην καρότσα του αυτοκινήτου με θέα τα αστέρια, παρέα με ένα τσούρμο άτακτους ψύλλους. Και σήμερα είναι τα παιδιά και τα εγγόνια τους, που κοροϊδεύουν τους καθωσπρέπει, πνιγμένους στα χρέη νοικοκυραίους.

Πάντα με το βλέμμα προς στο μέλλον, αυτό ήταν το λάθος του γέρου άντρα. Μόνιμα να λογαριάζει για τις δύσκολες μέρες, που ίσως εμφανιστούν στα ξαφνικά και πιούν όλο τον ιδρώτα μας. Με τέτοιες σκέψεις δεν σταματούσε τη προετοιμασία.
Ο γέρος λογάριασε χωρίς τους ξενοδόχους και τους κλειδοκράτορες.
Οι αφέντες που έγραφαν ιστορία, όριζαν συνειδήσεις και δεν άργησαν, μεταμόρφωσαν τα παιδιά του σε νωθρά, καχεκτικά περιστέρια, που δάγκωναν όλες τις μαλακές σάρκες τους.

Το γαστερόποδο δεν είχε αλλάξει θέση, το διπλό τζάμι μεταμορφώθηκε σε βαρύ καθρέφτη. Ο γέρος έμοιαζε να κοιτά τον ανεστραμένο εαυτό του, πάνω στο μικρό γυμνοσάλιαγκα. Έτσι ξεκίνησε και κάπως έτσι θα κατέληγε, μια ζωή αγωνίες και θάλασσες καημών δίχως πάτο, για να μην καταφέρει να γίνει ποτέ σαλιγκάρι με κοχύλι.

Τίποτε δεν τραβάμε προς τα κάτω, ούτε καν τη σάρκα μας.
Έκλεισε την κουρτίνα και αγκάλιασε το σομπάκι «μοναξιάς», πόσο αναγκαία είναι καμιά φορά μια μικρή δόση από άνοια.

Keywords
Τυχαία Θέματα