Στον καιρό των ζητιάνων

Αρθρογράφος: Νίκος Τσούλιας

Στο χωριό δεν είχαμε ζητιάνους. Στα χρόνια της φτώχειας του 1960 και του 1970 δεν είχαμε ζητιάνους. Ζητιάνο είδα πρώτη φορά όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο και ήλθα στην Αθήνα. Τότε ήταν «συγκεκριμένοι» οι ζητιάνοι, σε σταθερές γωνιές, ήσαν άνθρωποι με κάποια μορφή αναπηρίας. Στη διαδρομή που έκανα από την οδό Βερανζέρου κάτω από την Ομόνοια στις στάσεις των λεωφορείων μέχρι το κτίριο της Φυσικής στη “Σόλωνος” αλλά και στους κεντρικούς δρόμους που συχνά περιδιαβαίναμε τα επαρχιωτόπουλα θυμάμαι δύο ζητιάνους

που ήταν τυφλοί, ο ένας είχε στέκι στο υπόγειο της Ομόνοιας στο σταθμό του «ηλεκτρικού» (μάλλον είχε μαγνητόφωνο και έβαζε συνέχεια τραγούδια του Καζαντζίδη) και ο άλλος ήταν στη συμβολή της Χαριλάου Τρικούπη και Πανεπιστημίου (αυτός έπαιζε ακορντεόν). Δεν ήξερα πώς γίνεται κάποιος ζητιάνος, αλλά ίσως λόγω αυτών των περιπτώσεων απέδιδα την ιδιότητα του ζητιάνου στην έννοια του τυφλού.

Πέρασαν τα χρόνια, έφυγαν οι εποχές της φτώχειας (για να πάρω έναν στυλό «Πάρκερ» που μου είχε κάτσει στο μυαλό το σκεφτόμουνα τα δύο πρώτα έτη στα πανεπιστήμιο και τελικά τον πήρα στο τρίτο έτος όταν δούλευα), ήλθαν οι καιροί της ευμάρειας. Όλοι είχαμε λεφτά στην τσέπη και στο σπίτι, αρκετοί είχαν και στην τράπεζα. Εκτιμούσαμε αυτούς που είχαν πολλά λεφτά. Τους θαυμάζαμε κρυφά ή φανερά ανάλογα με τις επιδιώξεις μας.

Ξαναπέρασαν τα χρόνια, αλλά οι εποχές ήταν οι ίδιες και οι καιροί επίσης. Όλοι αγοράζαμε χωρίς να έχουμε λεφτά στο σπίτι ή στην τράπεζα. Είχε η τράπεζα, λέει, λεφτά για εμάς. Και εκεί που πήγαιναν όλα καλά και ωραία, άρχισαν να μαζεύονται τα πρώτα σύννεφα· όχι αυτοί που «είχαν λεφτά στην τράπεζα» εξακολουθούσαν να … έχουν. Τα σύννεφα μαζεύτηκαν στους δρόμους. Ζητιάνοι δεν ήταν μόνο οι γνωστοί που συνδέονταν με κάποια ιδιότητα αναπηρίας και με κάποιο στέκι. Αρχικά ήταν παιδιά Ρομ, αργότερα γυναίκες Ρομ, μετά τοξικομανείς. Εκεί φαινόταν ότι θα έκλεινε ο κύκλος.

Δεν πέρασαν τα χρόνια, αλλά οι εποχές και οι καιροί άλλαξαν. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Οι τράπεζες ήθελαν τα λεφτά. Δεν είχαμε, λέει, λεφτά. Τώρα οι ζητιάνοι είναι παντού: έξω από τις εκκλησίες, έξω από τα σουπερ – μάρκετ, στα φανάρια έχουν φύγει αρκετοί μετανάστες και σε πλησιάζουν ζητιάνοι, στους δρόμους. Δεν υπάρχουν μεγάλοι δρόμοι χωρίς ζητιάνους. Μερικές φορές ξαφνιάζεσαι. Σου προτείνει το χέρι, το χέρι της επαιτείας κάποια κυρία καλοντυμένη και δεν ξέρεις τι ακριβώς συμβαίνει. Οι καιροί άλλαξαν για καλά. Βρήκαμε τον καιρό των ζητιάνων…

Συμπαθήσαμε τους ζητιάνους στα μυθιστορήματα του Ουγκώ, του Ζολά και του Ντίκενς, είχαμε και τον δικό μας «Ζητιάνο» του Α. Καρκαβίτσα. Νομίζαμε ότι είναι εικόνα του παρελθόντος, του «πολύ παρελθόντος», του παρελθόντος που έφυγε δια παντός. Νιώθαμε συμπάθεια για τους ζητιάνους, είμαστε στο πλευρό τους, στο προσωπικό μας διάβασμα – στην προέκταση της όποιας ιστορίας – τους κάναμε και ήρωες ακόμα και όταν ο συγγραφέας το παρέλειπε.

Αυτά ως αναγνώστες. Τώρα είναι αλλιώς. Τώρα φοβόμαστε τους ζητιάνους. Είναι μόνο ο φόβος; Ο φόβος ότι μπορεί να γίνουμε και εμείς έτσι; ο φόβος να μη μας πάρουν ό,τι έχουμε; ο φόβος ότι δεν μπορούμε να τους βοηθήσουμε; ο φόβος για να μη βλέπουμε ό,τι μας πονάει; ο φόβος για το πεπερασμένο της οικονομικής δυνατότητάς μας; ο φόβος για τη μαύρη συννεφιά που έχει κρύψει για καλά τον ορίζοντα;

Και κάθε φορά που περνάς δίπλα από έναν ζητιάνο και για να αποφύγεις όλα αυτά τα ερωτήματα, ερωτήματα ενοχής αναρωτιέσαι για την καταγωγή του κακού: έχει πραγματικά ανάγκη; μήπως το έχει κάνει επάγγελμα; έχει δουλέψει ποτέ του / της; είχε κάποιο χτύπημα από τη ζωή; τον έχουν εγκαταλείψει οι δικοί του; τα παιδιά του; τα αδέλφια του;

Και όταν πας πιο πέρα, εγκαταλείπεις τις προσωποκεντρικές προσεγγίσεις και το ρίχνεις στις κοινωνιολογικές αναλύσεις: Δεν μπορεί το κράτος και η πολιτεία να λύσει το πρόβλημα; Δεν μπορεί κανείς να βρει τους δικούς του / της και να μεσολαβήσει για να βρουν το δρόμο τους αντί να είναι στο δρόμο; Στην κοινωνία το καταναλωτισμού τι σημαίνει να έχουμε τόσο πολλούς ζητιάνους; Εκεί που είχαμε μεμονωμένες περιπτώσεις θα ξεφυτρώσει κοινωνική ομάδα; Ποιος θα τους εκφράσει; Δεν υπάρχει ευθύνη πολιτική ή κοινωνική για αυτή την εικόνα; Οι οικονομικές ανισότητες δεν προκαλούν αυτή την εικόνα της εξαθλίωσης; Οι κατέχοντες δεν έχουν την ευθύνη;

Τώρα δεν είναι μόνο ζητιάνοι, δεν ξεκινούν από κάποια σπίτια. Τώρα στήνονται στα συσσίτια του δήμου και της εκκλησίας. Τώρα πάνε στις βρώμικες τουαλέτες στις πλατείες. Τώρα δεν πλένονται. Είναι άστεγοι. Μέχρι χθες δεν είχε η Αθήνα άστεγους.

Και το βράδυ που κάνεις απολογισμούς ημέρας, μικρο-απολογισμούς ζωής, που ονειρεύεσαι τόσα και τόσα, που φαντασιώνεσαι για έρωτες και για μεγάλα σχέδια, θα αναρωτηθείς και για ό,τι σε διχάζει, θα αναζητήσεις έναν λογοτεχνικό τόνο στα μαζεμένα σύννεφα. Πώς φαντάζει η ζωή σε έναν ζητιάνο; Τι σημαίνει η ζωή γι’ αυτούς που δεν συμμετέχουν καθόλου σ’ ό,τι λέμε δημόσιο βίο και κοινωνία; Τι γεύση ζωής έχουν; Τι περιμένουν από το μέλλον; Μήπως δεν το σκέφτονται καθόλου; Νιώθουν άχρηστοι; Είναι παραπεταμένοι; Έχουν παιδιά; γονείς; αδέλφια; Κανέναν; Είναι δυνατόν; Κάνουν παρέα μεταξύ τους; Και για ποια πράγματα συζητάνε; Έχουν κάποια μεγάλη πίκρα και βασανίζονται για να ξεχάσουν της ψυχής τον πόνο; Τι ονειρεύονται; Ονειρεύονται οι ζητιάνοι; Μήπως δεν ονειρεύονται; Και τότε πώς μπορούν να ζουν;

Ετικέτες: Νίκος Τσούλιας
Keywords
Τυχαία Θέματα